Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Έχιδνα

Υπήρξε μια άλλη εποχή, πανάρχαιη, στη χαραυγή της ανθρωπότητας, όπου ο άνθρωπος με τις λιγοστές του δυνάμεις και γνώσεις έπρεπε να επιζήσει ανάμεσα σε θηρία και τέρατα που κατά πολύ τον ξεπερνούσαν. Κάποια από αυτά ήταν καθαρά γέννημα της φαντασίας και του φόβου τους, και κάποια άλλα συνδυάζουν ρεαλιστικά στοιχεία κάποιων υπαρκτών πλασμάτων. Τα τέρατα κινούνται στη σφαίρα του εξωπραγματικού που όμως συναντιέται κάποτε με τον πραγματικό ή πιο σωστά με τον αληθοφανή κόσμο, στην οριακή περιοχή όπου δρουν οι μεγάλοι ήρωες και ζουν οι θεοί της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας.

Εκεί, σ’αυτή τη φανταστική χώρα του ελληνικού μύθου, τα τέρατα ζουν τη δική τους ζωή. Γεννιούνται και πεθαίνουν με τρόπους ιδιαίτερους και με τον ίδιο ιδιαίτερο τρόπο περνάνε τη ζωή τους. Φαίνεται να ορίζουν τους κανόνες, να καταδυναστεύουν τους ανθρώπους, μα στην πραγματικότητα κυνηγάνε το δικό τους πεπρωμένο και κατά κανόνα καλούνται να υπερασπιστούν την ίδια τους την ύπαρξη όταν ένας αποφασιστικός ήρωας βρεθεί στο δρόμο τους. Τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας είναι κατ’ουσίαν πλάσματα τραγικά. Το πεπρωμένο τους είναι να ενσαρκώνουν με ενθουσιασμό το πρόσωπο του φόβου και της απειλής, αλλά κατά κανόνα μοιάζουν απλώς να διεκδικούν το δικαίωμά τους στη ζωή.
Σήμερα θα αναφερθούμε στην Έχιδνα την τερατόμορφη χθόνια θεά και την επόμενη Δευτέρα στα τρομερά παιδιά της.

Η ΕΧΙΔΝΑ

Στην ιστορία για τον Τυφωέα υπάρχει ένας θηλυκός δράκοντας, μια φιδίσια θεά που στη Μ. Ασία και στους Δελφούς ονομαζόταν Δελφύνη. Από το όνομα, θα πρέπει να έμοιαζε με δελφίνι, με το ζώο εκείνο της θάλασσας που είχε μήτρα – το εκφράζει άλλωστε η ρίζα «δελφ». Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσουμε στην πολύ παλιά μυθολογία, αν ένας θεός ή μια θεά ήταν από τη μεγάλη οικογένεια του Φόρκυος, του Πρωτέα ή του Νηρέα, ή από τους αρχαίους θεούς της ξηράς, όπως είναι ο Τυφών ή ο Αθηναίος Κέκροπας και ο Σαλαμίνιος Κυχρεύς – ή αν μια τέτοια θεότητα έμοιαζε από τη μέση και κάτω με φίδι, με δελφίνι ή ψάρι. Ο Ησίοδος μας μιλάει για μια θεά που την έλεγαν Έχιδνα, κόρη του Φόρκυος και της Κητούς. Κατόπιν αναφέρεται ένα άλλο φίδι, γιος του ίδιου ζευγαριού, φύλακας των μήλων των Εσπερίδων. Εδώ κλείνει στον Ησίοδο η σειρά των παιδιών του Φόρκυος και της Κητούς.
Γεννήθηκε σ΄ ένα σπήλαιο, η θεία Έχιδνα, με αντρικό φρόνημα, μια γιγάντια μορφή,που δεν έμοιαζε ούτε με θνητό άνθρωπο ούτε με αθάνατο θεό. Η μισή ήταν μια καλλιπάρεια νέα γυναίκα με αστραφτερά μάτια, η άλλη μισή όμως ένα απαίσιο, τεράστιο, ευκίνητο φίδι, που καταβρόχθιζε στα κοιλώματα της θείας Γης τα θύματά της ζωντανά. Η σπηλιά της βρισκόταν κάτω από ένα βράχο, μακριά από θεούς και ανθρώπους. Αυτό το μέρος της δόθηκε σαν κατοικία από τους αθάνατους. Το μέρος ονομάζεται «Άριμα» και από τον Όμηρο χαρακτηρίζεται ως «κοιτών του Τυφωέως», δηλαδή του συζύγου της Έχιδνας, που του γέννησε σειρά τεράτων. Οι αρχαίοι αγγειογράφοι την παρίσταναν ως εξής: σαν φτερωτή θεά, με φιδίσιο σώμα από τη μέση και κάτω. Χωρίς φτερά, αλλά εφοδιασμένες με πολύ δυνατότερα σώματα φιδιών, παρόμοιες θεές ή νύμφες εκτελούν πάνω σ΄ ένα ωραίο παλιό αγγείο λατρευτικές πράξεις κατά ζεύγη – τέσσερεις – κάτω από κλήματα, ενώ στην άλλη πλευρά της εικόνας απεικονίζονται αίγες που πλησιάζουν στα κλήματα. Θεές ή Νύμφες και κάποτε ένα φίδι, ο αδελφός της Έχιδνας, αναφέρονται στη σχετική με τον κήπο των Εσπερίδων διήγηση.
Η Έχιδνα λέγεται ότι σκοτώθηκε από τον Άργο τον Πανόπτη, σε μια στιγμή που την βρήκε να κοιμάται. Υπήρχε και η άποψη ότι η Έχιδνα ήταν η αλληγορική εικόνα των φυτών, παρομοιάζοντας το μισό της σώμα – που ήταν όμορφο σαν νύμφης – με το τμήμα του φυτού το οποίο, πάνω από τη γη, είναι πανέμορφο, ενώ το άλλο μισό της σώμα, το παρομοίαζαν με τη ρίζα του φυτού, που ήταν χωμένη κάτω από τη γη και έμοιαζε με φίδι.
Φίλες και φίλοι καλησπέρα και καλή εβδομάδα!

ΠΗΓΕΣ:
ΑΜΑΛΙΑ ΜΕΓΑΠΑΝΟΥ «Πρόσωπα και Άλλα Κύρια Ονόματα», Κ.ΚΕΡΕΝΥΙ «Η Μυθολογία των Ελλήνων», lifo.gr

Πηγή

Αν σας άρεσε το θέμα κάντε ένα "Like" και κοινοποιήστε το στους Φίλους σας...!


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου