Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Το Έπος του Gilgamesh  5ο Μερος

5. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΥ
 "Ξέρεις την πόλη Σουρρουπάκ που βρίσκεται στις όχθες του Ευφράτη; Η πόλη αυτή είναι πολύ παλιά κι ακόμα πιο παλιοί είν' οι Θεοί της. Εκεί ήταν ο Ανού, ο κυρίαρχος του στερεώματος, ο πατέρας των Θεών. Εκεί ήταν κι ο πολεμικός Ελνίλ ο σύμβουλός τους, ο Νινούρτα ο βοηθός, και ο Εννουζί ο επιτηρητής των καναλιών. Μαζί τους ήταν κι ο Εά. Κείνον τον καιρό ο κόσμος πλήθαινε πολύ, οι άνθρωποι γεννοβολούσαν. Ο κόσμος μούγκριζε σαν άγριος ταύρος. Οι μεγάλοι θεοί αναστατώθηκαν από τις κραυγές τους. Ο Ενλίλ που άκουσε τις φωνές τους είπε στο Συμβούλιο των Θεών: Οι βρυχηθμοί των ανθρώπων είναι ανυπόφοροι. Και δεν μπορεί κανείς να κοιμηθεί μέσα σε τούτη την αταξία. Και τότε οι θεοί πρόθυμα αποφάσισαν να εξαπολύσουν τον κατακλυσμό. Αλλά ο κύριός μου ο Εά, με προειδοποίησε με ένα όνειρο. Ψιθύρισε τούτα τα λόγια στο καλαμόσπιτό μου:..

"Καλαμόσπιτο, Καλαμόσπιτο, τείχος! ω τείχος! άκουσε με προσοχή καλαμόσπιτο που μοιάζεις τείχος. Άνθρωπε του Σουρρουπάκ, γιε του Ουμπάρα ‐ Τουτού, γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε ένα πλοίο. Παράτησε την περιουσία σου και φρόντισε για τη ζωή σου. Περιφρόνησε τα αγαθά του κόσμου και σώσε μόνο τη ζωή σου. Σου λέω: γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε πλοίο. Κι αυτά πρέπει να είναι τα μέτρα του πλοίου που θα φτιάξεις: οι πλευρές του πλοίου να είναι ίσες. Το κατάστρωμά του να είναι σκεπασμένο σαν το θόλο που σκεπάζει την άβυσσο. Και πάρε στο πλοίο σου σπόρους όλων των ζωντανών πλασμάτων". Όταν ξημέρωσε όλη μου η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω μου. Τα παιδιά κουβαλούσαν πίσσα και οι άντρες έκαναν ότι μπορούσαν.
 Την Πέμπτη ημέρα είχα έτοιμη την καρίνα και τα πλευρά. Κι ύστερα έφτιαξα γρήγορα το σανίδωμα. Ο χώρος του ήταν ένα ακρ. Κάθε πλευρά του πλοίου λογαριαζόταν σε εκατόν είκοσι κυβικά και το σχήμα του ήταν τετράγωνο. Κατασκεύασα έξη καταστρώματα, το ένα κάτω από το άλλο, άθροισμα εφτά. Τα χώρισα σε εννέα τμήματα με διαχώρισμα ανάμεσά τους. Όπου χρειαζόταν έκανα χωρίσματα. Επιθεώρησα τα άρμενά του και έβαλα μέσα εφόδια. Οι αχθοφόροι κουβάλησαν τα ειδικά λαγήνια με το λάδι. Έριξα πίσσα στην εστία και άσφαλτο και λάδι στο καλαφάτισμα και ακόμα πιο πολύ αποθηκεύτηκε στο πλοίο. Έσφαξα ταύρο για τους ανθρώπους του πλοίου και κάθε ημέρα έσφαζαν πρόβατα. Έδωσα στους εργάτες του πλοίου άφθονο κρασί, θαρρείς και ήτανε νεράκι, δυνατό κρασί και κοκκινέλι και σκούρο και άσπρο κρασί. Και το γιορτάσαμε όπως γιορτάζουμε την γιορτή της πρωτοχρονιάς. Εγώ ο ίδιος άλειψα το κεφάλι μου με αρωματικό λάδι. Και την έβδομη ημέρα το πλοίο ήταν έτοιμο πέρα για πέρα. Δυσκολευτήκαμε στην καθέλκυσή του. Ανεβοκατεβάζαμε τα έρμα του πλοίου, μέχρι που το πλοίο βυθίστηκε κατά δύο τρίτα. Φόρτωσαν πάνω όλο το χρυσάφι που είχα και όλα τα ζωντανά, την οικογένειά μου, τους συγγενείς μου, τα κτήνη του αγρού, τα άγρια και τα ήμερα και όλους τους τεχνίτες.
Τους ανέβαζα στο κατάστρωμα, γιατί είχε πληρωθεί ο χρόνος που είχε ορίσει ο Σαμάς: "Τη βραδιά που ο καβαλάρης της θύελλας σκορπούσε την καταστροφική του βροχή, έμπα μέσα στο πλοίο σου και κατέβασε τις σκαλωσιές σου". Ο χρόνος είχε πληρωθεί. Έφτασε η νύχτα. Ο καβαλάρης της θύελλας έστειλε τη βροχή. Κοίταξα τον καιρό και ήταν τρομερός. Και έτσι μπήκα στο πλοίο και κατέβασα τις σκαλωσιές. Τώρα είχαν όλα συμπληρωθεί: και η σκαλωσιά και το καλαφάτισμα. Και έτσι έδωσα το τιμόνι στον Πουζούρ Αμουρρί, τον πηδαλιούχο, μαζί με την ευθύνη της ναυσιπλοΐας και τη φροντίδα του πλοίου. Με τα χαράματα ένα μαύρο σύννεφο φάνηκε στον ορίζοντα. Βροντούσε μέσα εκεί που περνούσε ο κύριος της θύελλας καβαλάρης, ο Αντάντ. Μπροστά, πάνω από το λόφο και τον κάμπο του Σουλλάτ και Χανίς προχωρούσαν οι κήρυκες της θύελλας. Και τότε φάνηκε ο θεός της αβύσσου. Ο Νεργκάλ έσπασε τους υδατοφράκτες και των νερών του κάτω κόσμου. Ο Νικούρτας ο κύριος του πολέμου έσπασε τα φράγματα και οι εφτά κριτές της κόλασης και ο Αννουνάκι ύψωσαν τους δαυλούς τους για να φωτίσουν τη γη με το ωχρό τους φως. Μια ναρκωτική απελπισία υψώνονταν μέχρι τους ουρανούς, όπου ο Θεός της θύελλας είχε μετατρέψει την ημέρα σε σκοτάδι και είχε συντρίψει τη γη σαν κύπελλο.
Μια ολόκληρη ημέρα η θύελλα λυσσομανούσε, παίρνοντας καινούργια ορμή καθώς προχωρούσε και ξεχύνονταν πάνω στους ανθρώπους, σαν θύελλα μαχών. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να δει τον αδελφό του, ούτε και άνθρωποι φαίνονταν από τον ουρανό. Ακόμα και οι Θεοί τρόμαξαν από τον κατακλυσμό και κατέφυγαν στα πιο ψηλά μέρη του ουρανού, στο στερέωμα του Ανού και ζάρωσαν στα τείχη του ουρανού, σαν παλιόσκυλα. Και τότε η Ιστάρ η γλυκόφωνη βασίλισσα των ουρανών φώναξε δυνατά σαν παραδουλεύτρα: "Αλλοίμονο οι παλιές ημέρες έγιναν σκόνη, επειδή εγώ κατηύθυνα το κακό.
 Αλλά γιατί να εισηγηθώ αυτό το κακό στο συμβούλιο των Θεών; Υποκινούσα πολέμους για να καταστρέψω λαούς, αλλά οι λαοί αυτοί δεν ήσαν δικοί μου. Εγώ τους έσπρωχνα. Και τώρα οι άνθρωποι επιπλέουν σαν τα αυγά ψαριών στον ωκεανό". Και οι μεγάλοι Θεοί του Ουρανού και της κόλασης έκλαψαν και σκέπασαν τα στόματά τους. Έξι ημέρες και έξι νύχτες φυσούσαν δυνατοί άνεμοι, χείμαρροι, θύελλες και πλημμύρες συγκρούονταν σα δυο φαντάσματα πολεμιστών. Όταν ξημέρωσε η εβδόμη ημέρα, η θύελλα στο νότο κόπασε, η θάλασσα ηρεμούσε και ο κατακλυσμός ησύχαζε. Όλη η ανθρωπότητα είχε γίνει λάσπη. Η επιφάνεια της θάλασσας είχε γίνει επίπεδη και ο κατακλυσμός ησύχαζε. Άνοιξα μια χαραμάδα και το φως έπεσε στο πρόσωπό μου. Και τότε έσκυψα κάτω και κάθισα και έκλαψα. Τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά μου, γιατί παντού δεν υπήρχε τίποτα άλλο από νερά. Μάταια αναζητούσα με το βλέμμα μου γη. Μακριά όμως σε απόσταση δεκατεσσάρων λευγών εμφανίστηκε ένα βουνό και κει άραξα το πλοίο μου. Στο βουνό Νισίρ, το πλοίο μου σταμάτησε και πια δεν κινιόταν.
 Σταμάτησε τη μια ημέρα και την άλλη ημέρα δεν κουνιόταν. Και πέρασε και η τρίτη ημέρα κι η τέταρτη ημέρα και το πλοίο δεν κουνιόταν. Και την πέμπτη ημέρα και την έκτη ημέρα το πλοίο είχε ακινητοποιηθεί στο βουνό. Όταν ξημέρωσε η έβδομη ημέρα άφησα ένα περιστέρι ελεύθερο. Το περιστέρι πέταξε μακριά αλλά επειδή δεν βρήκε μέρος να σταθεί ξαναγύρισε. Ύστερα άφησα ελεύθερο ένα χελιδόνι. Και πέταξε και αυτό μακριά, αλλά δεν βρήκε μέρος να σταθεί και ξαναγύρισε. Άφησα ύστερα ένα κοράκι. Και το κοράκι είδε ότι τα νερά είχαν αποτραβηχτεί, έφαγε, πέταξε γύρω μας, έκραζε και πια δεν ξαναγύρισε. Τότε τα άνοιξα όλα προς τους τέσσερεις ανέμους, έκανα μια θυσία και έχυσα τη σπουδή μου στο βουνό. Εφτά και άλλα εφτά καζάνια έστησα. Μάζεψα ξύλα και καλάμια και κέδρα και μυρτιά. Όταν οι Θεοί μυρίστηκαν τη γλυκιά μυρουδιά, μαζεύτηκαν σαν μύγες πάνω στη θυσία.
τότε έφτασε επιτέλους και η Ιστάρ, ύψωσε το περιδέραιο με τα κοσμήματα του ουρανού, που το έφτιαξε κάποτε για χάρη της ο Ανού: "Ω Θεοί, είπε, που μαζευτήκατε όλοι εδώ, με το λαζουρίτη που έχω στο λαιμό μου, θα θυμάμαι αυτές τις ημέρες, όπως θυμάμαι και τα κοσμήματα του στήθους μου. Αυτές τις τελευταίες ημέρες δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Και ας κάνουμε το ίδιο όλοι οι θεοί, που μαζευτήκαν γύρω στη θυσία εκτός από τον Ενλίλ. Αυτός δεν πρέπει να αγγίξει αυτήν την προσφορά, γιατί προκάλεσε τον κατακλυσμό, χωρίς να το σκεφθεί. Και καταδίκασε το λαό μου στην καταστροφή".
 Όταν έφθασε ο Ενλίλ και είδε το πλοίο μου, θύμωσε, αγρίεψε και καυγάδισε με τους θεούς που κατοικούν στον ουρανό: "Ξέφυγαν θνητοί από την καταστροφή; Δεν έπρεπε κανένας να επιζήσει". Τότε ο Θεός των πηγαδιών και των καναλιών ο Νινούρτα άνοιξε το στόμα του και είπε στον πολεμοχαρή τον Ενλίλ: "Ποιός από όλους τους θεούς θα μπορούσε να μαντέψει τα πράγματα εκτός από τον Εά; Μόνο ο Εά γνωρίζει τα πάντα". Και ο Εά άνοιξε το στόμα του και είπε στον πολεμοχαρή Ενλίλ: "Ήρωα Ενλίλ εσύ που είσαι ο πιο σοφός απ' τους θεούς πώς μπόρεσες τόσο ανόητα να εξαπολύσεις τον κατακλυσμό; Η αμαρτία τον αμαρτωλό θα πρέπει να βαραίνει και η παρανομία τον παράνομο Τιμώρησέ τον λίγο όταν παραστρατεί Μη γίνεσαι σκληρός και μhν τον αφανίζεις. Μπορούσε το λιοντάρι να κατάστρεφε τον άνθρωπο και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό. Μπορούσε ο λύκος να κατάστρεφε τον άνθρωπο και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό. Μπορούσε η πείνα να αφάνιζε τον κόσμο και θάταν προτιμότερη απ' τον κατακλυσμό. Μπορούσε ένας λοιμός ν' αφάνιζε τον άνθρωπο και θάταν προτιμότερος απ' τον κατακλυσμό. Δεν είμαι εγώ που αποκάλυψα το μυστικό των θεών.
 Ο σοφός άνθρωπος το έμαθε στο όνειρό του. Και τώρα το συμβούλιό μας πρέπει να αποφασίσει τι κάνουμε αυτόν εδώ". Και τότε ο Ενλίλ μπήκε στο πλοίο. Με πήρε από το χέρι. Πήρε μαζί και τη γυναίκα μου και μας έβαλε στο πλοίο. Εμείς γονατίσαμε αντικριστά και κείνος έστεκε ανάμεσά μας. Και άγγιξε τα μέτωπά μας σαν σε ευλογία, λέγοντάς μας: "Ουτναπιστίμ, παλιότερα ήσουνα θνητός άνθρωπος. Από δω και μπρος εσύ και η γυναίκα σου θα ζήσετε μακριά, εκεί που είναι οι εκβολές των ποταμών". Και έτσι οι Θεοί με πήραν και με τοποθέτησαν εδώ να ζω μακριά στις εκβολές των ποταμών.

6. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ 
 Κι ο Ουτναπιστίμ μου είπε: "Όσο για σένα Γκιλγκαμές που θέλεις να πας στη σύναξη των Θεών για να εξασφαλίσεις τη ζωή που αναζητάς, τι λες τώρα; Αν εξακολουθείς να το ποθείς έλα και πραγματοποίησε τη δοκιμασία που θα σου πω: Για έξι ημέρες και εφτά νύχτες δεν πρέπει να κοιμηθείς". Μα ενώ ο Γκιλγκαμές καθότανε ακουμπισμένος στους γοφούς του, ο ύπνος, σαν το μαλακό και ερεθιστικό μαλλί της προβιάς τον σκέπασε. Και ο Ουτναπιστίμ είπε στη σύζυγό του: "Κοίταξε το δυνατό άνθρωπο που γύρευε την αιώνια ζωή, τον τύλιξε η καταχνιά του ύπνου". Κι η σύζυγός του του είπε: "Σκούντηξε τον άνθρωπο να ξυπνήσει, για να μπορέσει να ξαναγυρίσει ειρηνικά στο σπίτι του, ξαναπερνώντας από τις ίδιες πύλες που έφτασε ως εδώ". Ο Ουτναπιστίμ απάντησε στη σύζυγό του: "Όλοι οι άνθρωποι είναι κατεργαραίοι. Ακόμα και σένα θα προσπαθούσε να σε εξαπατήσει. Γι' αυτό ψήσε καρβέλια ψωμί, για κάθε ημέρα ένα. Και βάλε τα δίπλα στο κεφάλι του. Και τράβα χαρακιές στον τοίχο για τις ημέρες που κοιμάται". Κι εκείνη έψηνε καρβέλια κάθε ημέρα και από ένα και τα έβαζε δίπλα στο κεφάλι του. Και τράβαγε κι από μια χαρακιά στον τοίχο, για την κάθε ημέρα που κοιμόταν.
Κι έφτασε καιρός που το καρβέλι της πρώτης ημέρας ξεράθηκε, το δεύτερο έγινε πετσί, το τρίτο μούχλιασε όλο, του τέταρτου έπιασε μούχλα η κόρα, το πέμπτο μούχλιασε στη μέση το έκτο ήταν ακόμα φρέσκο, το έβδομο ήταν ακόμη στη φωτιά. Και τότε ο Ουτναπιστίμ τον σκούντησε και ξύπνησε. Ο Γκιλγκαμές είπε στον Ουτναπιστίμ, το "Μακρινό":
"Μόλις που είχα αποκοιμηθεί όταν με σκούντησες". Και ο Ουτναπιστίμ του αποκρίθηκε: "Μέτρησε εκείνα τα καρβέλια και θα μάθεις πόσες ημέρες κοιμήθηκες, γιατί το πρώτο έγινε σκληρό, το δεύτερο σαν πετσί, το τρίτο μούχλιασε ολόκληρο, του τέταρτου μούχλιασε η κόρα, το πέμπτο μούχλιασε στη μέση, το έκτο είναι ακόμα φρέσκο και το έβδομο βρισκόταν στη φωτιά όταν σε σκούντηξα και ξύπνησες". Ο Γκιλγκαμές μουρμούρισε: "Τι πρέπει να κάνω, ω Ουτναπιστίμ; που πρέπει να πάω; Από τα τώρα κιόλας ο κλέφτης της νύχτας, μου κρατεί τα μέλη μου, ο θάνατος κατοικεί μέσα στο δωμάτιό μου. Όπου σταματήσω εκεί θα βρω το θάνατο". Και τότε ο Ουτναπιστίμ φώναξε τον Ουρσαναμπί τον πορθμέα: "Συμφορά σε σένα Ουρσαναμπί και για τώρα και ακόμα πιο πολύ για πάντα. Έγινες μισητός σ' αυτό το καταφύγιο. Δεν έκανε εσύ ούτε και συ μαζί να διαπλεύσετε τη θάλασσα αυτή. Φεύγα λοιπόν εξορισμένος από τούτες τις ακτές.
 Αλλά τον άνθρωπο αυτό, που τον περπάτησες και τον έφερες εδώ, τον άνθρωπο αυτό, που το σώμα του έχει πληρότητα και που έχει χαλάσει η χάρη των μελών του από τα δέρματα των αγρίων ζώων, πήγαινέ τον να πλυθεί. Εκεί θα πλύνει τα μακριά του τα μαλλιά και θα γίνουν ολοκάθαρα σαν το χιόνι. Εκεί θ' αλλάξει δέρμα. Και τα κομμάτια του δέρματος που θα πέσουν πέταξέ τα για να τα πάρει η θάλασσα. Και τότε θα φανεί η ομορφιά του σώματος και θα ξανανιώσει το στεφάνι του μετώπου του. Και ρούχα θα του δοθούν για να κρύψει τη γύμνια του. Μέχρι που να φτάσει στην πόλη του και να ολοκληρώσει το ταξίδι του, τα ρούχα αυτά δεν θα του δείχνουν την ηλικία του. Θα τον δείχνουν νέο όπως και τα ρούχα που θα φορεί". Και τότε ο Ουρσαναμπί πήρε το Γκιλγκαμές και τον οδήγησε στο μέρος που έπρεπε να πλυθεί.
 Και κει έπλυνε τα μακριά του μαλλιά και τα έκανε καθαρά σαν το χιόνι, απόβαλε το δέρμα του και το πέταξε στη θάλασσα και το πήρε μακριά. Και τότε φάνηκε η ομορφιά του σώματός του. Ανανεώθηκε και το στεφάνι του μετώπου του. Και για να σκεπάσει τη γύμνια του, του δόθηκαν ρούχα, που δεν έδειχναν σημάδια ηλικίας και που μπορούσε να τα φορεί και νάναι πάντα καινούργιος, μέχρι να ξαναφτάσει στην πόλη του και να ολοκληρώσει το ταξίδι του.
Και ύστερα ο Γκιλγκαμές και ο Ουρσαναμπί ξανάριξαν το πλοίο στη θάλασσα και το ετοίμασαν να αναχωρήσουν. Αλλά η σύζυγος του Ουτναπιστίμ, του "Μακρινού" είπε: "Ο Γκιλγκαμές ήρθε εδώ εξαντλημένος και ακόμη είναι κουρασμένος. Τι θα κερδίσει αν ξαναπάει στη χώρα του;" Κι ο Ουτναπιστίμ αποκρίθηκε, ενώ ο Γκιλγκαμές με έναν πάσαλο, προσέγγιζε το πλοίο στην ακτή: "Γκιλγκαμές, ήρθες εδώ εξαντλημένος και κατακούρασες τον εαυτό σου. Τι θα κέρδιζες αν θα ξαναπήγαινες στη χώρα σου; Γκιλγκαμές, θα σου αποκαλύψω ένα μυστικό. Αυτό που σου αποκαλύπτω είναι μυστικό των Θεών. Υπάρχει εδώ ένα φυτό που μεγαλώνει κάτω από το νερό. Έχει βελόνες για αγκάθια και μοιάζει με τριαντάφυλλο. Μπορεί να σου πληγώσει τα χέρια, αλλά αν καταφέρεις να το πιάσεις, τότε τα χέρια σου θα κρατάνε εκείνο που ξαναδίνει στον άνθρωπο τη νεότητά του".
 Όταν το άκουσε αυτό ο Γκιλγκαμές άνοιξε τη ροή του νερού ώστε το γλυκό νερό να τόνε σύρει στο πιο βαθύ κανάλι. Έδεσε βαριές πέτρες στα πόδια του και τον έσυραν στα βαθειά της θάλασσας. Και εκεί είδε το φυτό. Παρ' όλο που του τρύπησε τα χέρια, το έπιασε. Και τότε έκοψε τις βαριές πέτρες από τα πόδια του κι η θάλασσα τον έφερε στην ακτή. Ο Γκιλγκαμές είπε στον Ουρσαναμπί τον πορθμέα: "Έλα να δεις αυτό το θαυμάσιο φυτό. Με τη δύναμή του ο άνθρωπος μπορεί να βρει τις χαμένες του δυνάμεις. Θα το πάω στην Ουρούκ, την πόλη με τα ισχυρά τείχη. Και κει θα το δώσω στους γέρους να το φάνε. Και θα το ονομάσουμε: "Αυτό που ξανανιώνει τους γέρους". Και τελικά θα το φάω κι εγώ ο ίδιος για να ξαναποκτήσω όλη μου τη νιότη". Κι έτσι ο Γκιλγκαμές ξαναγυρνούσε από την Πύλη που είχε φτάσει ως εδώ.
 Ο Γκιλγκαμές και ο Ουρσαναμπί επέστρεφαν μαζί. Διέσχισαν τις είκοσι λεύγες και ύστερα έκοψαν ταχύτητα. Ύστερα από τριάντα λεύγες σταμάτησαν να ξενυχτήσουν. Ο Γκιλγκαμές είδε ένα πηγάδι με δροσερό νερό και πήγε να πλυθεί. Αλλά στο βάθος του πηγαδιού υπήρχε ένα φίδι. Και το φίδι οσφράνθηκε τη μυρωδιά του άνθους. Βγήκε από το νερό, το άρπαξε και έφυγε τρέχοντας. Αμέσως άλλαξε το δέρμα του και ξαναγύρισε στο πηγάδι.
 Κι ο Γκιλγκαμές κάθισε κάτω κι έκλαψε. Τα δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά του και πιάστηκε από το χέρι του Ουρσαναμπί: "Ω Ουρσαναμπί, γι' αυτό κουράστηκα και πόνεσαν τα χέρια μου; Γι' αυτό έδωσα και το αίμα της καρδιάς μου; Για τον εαυτό μου δεν κέρδισα τίποτα. Και τελικά όχι εγώ αλλά το ζωντανό της γης το χάρηκε. Τώρα το έχει πάρει το ρεύμα και το έχει πάει είκοσι λεύγες πίσω στο κανάλι, εκεί που το είχα βρει. Βρήκα ένα σύμβολο και τώρα το έχασα. Ας αφήσουμε λοιπόν το πλοίο στην ακτή και ας φύγουμε". Μετά από είκοσι λεύγες έκοψαν την ταχύτητά τους. Και ύστερα από τριάντα σταμάτησαν να ξενυχτήσουν.
 Σε τρεις ημέρες διανύσανε περισσότερο διάστημα από κανονικό ταξίδι ενός μηνός και δέκα πέντε ημερών. Και όταν το ταξίδι ολοκληρώθηκε, έφθασαν στην Ουρούκ, την πόλη με τα ισχυρά τείχη. Κι ο Γκιλγκαμές, είπε στον Ουρσαναμπί, τον Πορθμέα: "Ουρσαναμπί, ανέβα πάνω στα τείχη της Ουρούκ και κοίταξε τα θεμέλιά τους και το τοίχωμα που έχει γίνει από τούβλα. Κοίταξε και θα πειστείς πως είναι από ψημένα τούβλα. Στ' αλήθεια, οι εφτά σοφοί δεν τα θεμελίωσαν; Το ένα τρίτο είναι πόλη, το ένα τρίτο κήπος και το ένα τρίτο χωράφια μαζί με τον περίβολο της θεάς Ιστάρ. Αυτά τα μέρη και ο περίβολος είναι όλα της Ουρούκ". Αυτό είναι το έργο του Γκιλγκαμές, του βασιλιά, που γνώρισε τις χώρες όλου του κόσμου. Ήταν σοφός, είδε μυστήρια κι έμαθε μυστικά. Μας έφερε μια αφήγηση για την πριν από τον κατακλυσμό εποχή. Έκανε ένα μεγάλο ταξίδι, κουράστηκε και τσακίστηκε από τη δουλειά και όταν γύρισε χάραξε σε μια πέτρα όλη του την ιστορία.

 7. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ 
 Η μοίρα που καθόρισε ο πατέρας των θεών, ο Ενλίλ των βουνών για το Γκιλγκαμές, εκπληρώθηκε: "Στη σκοτεινιά του κάτω κόσμου θα του δείξουν ένα φως. Σ' όλη την ανθρωπότητα από όσα γνωρίζουμε κανένας άλλος δεν άφησε για τις ερχόμενες γενιές μνημείο που να μπορεί να συγκριθεί με το δικό του. Οι ήρωες και οι σοφοί σαν κάθε καινούργιο φεγγάρι έχουν την αύξησή τους και την ελάττωσή τους. Οι άνθρωποι θα λένε: "Ποιός μπόρεσε ποτέ να κυβερνήσει με περισσότερο μεγαλείο και δύναμη από αυτόν;". Κι όπως στο μήνα το σκοτεινό, το μήνα των σκιών, φως δεν υπάρχει χωρίς αυτόν.
Ω Γκιλγκαμές, αυτό είναι το νόημα του ονείρου σου. Σου δόθηκε η βασιλική χάρη, αυτή ήταν η μοίρα σου. Η αιώνια ζωή δεν ήταν στη μοίρα σου. Μα γι' αυτό να μην στενοχωριέσαι, να μη θλίβεσαι και να μη βασανίζεσαι. Σου δόθηκε η δύναμη να δένεις και να λύνεις, να είσαι η σκοτεινιά και το φως της ανθρωπότητας. Σου δόθηκε η υπεροχή πάνω στο λαό, τέτοια, που κανένας δεν γνώρισε, νίκες στις μάχες, ώστε κανένας να μη γλυτώσει από το σπαθί σου. Και νίκες στις επιδρομές και στις αρπαγές, από τις οποίες κανένας δεν έλπιζε να επιστρέψει. Αλλά μην κάνεις κατάχρηση αυτής της δύναμης. Να είσαι δίκαιος με τους υπηρέτες σου στο παλάτι και δίκαιος μπροστά στον ήλιο". Ο βασιλιάς τεντώθηκε κατάχαμα και δεν θα ξανασηκωθεί. Ο κύριος της Κουλάμπ δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί. Πέρασε πάνω από το κακό και πια δεν θα γυρίσει. Παρ' όλο που στα χέρια ήταν δυνατός δεν θα ξαναγυρίσει. Ήταν σοφός, ευχάριστος στην όψη και πια δεν θα ξαναγυρίσει. Τράβηξε πέρα στο βουνό και πια δεν θα ξαναγυρίσει. Στης μοίρας το κρεβάτι ξάπλωσε και δεν θα ξανασηκωθεί. Απ' το πολύχρωμο το στρώμα δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί. Οι κάτοικοι της πόλης, μεγάλοι και μικροί, δεν έμειναν ασυγκίνητοι. Όλοι άρχισαν το θρήνο, όλοι οι άντρες που είναι από σάρκα και από αίμα, άρχισαν το θρήνο.
Η μοίρα είχε πει: σαν το πιασμένο στο αγκίστρι ψάρι έχει ξαπλώσει στο κρεβάτι, σαν τη γαζέλα που την έχουν πιάσει σε θηλιά. Βαριά κάθισε απάνω του ο απάνθρωπος Ναμτάρ, ο Ναμτάρ που δεν έχει ούτε χέρια ούτε πόδια, που δεν πίνει νερό κι ούτε φαγητό τρώει. Για το Γκιλγκαμές, το γιο της Νινσούν, έξω ζυγίζουνε τις προσφορές. Κι είναι η αγαπημένη του γυναίκα, ο γιος του, η αγαπημένη του παλλακίδα, οι μουσικοί του, οι παλιάτσοι του και όλο το σπιτικό του, οι υπηρέτες του, οι επιστάτες του και όλοι όσοι ζούσαν στο παλάτι, ζυγίζανε τις προσφορές τους για το Γκιλγκαμές, το γιο της Νινσούν, την καρδιά της Ουρούκ. Ζυγίζανε τις προσφορές τους για την Ερεσκιγκάλ, τη βασίλισσα του θανάτου και για όλους τους θεούς του Κάτω Κόσμου. Και ζύγιζαν τις προσφορές για το Νατμάρ, που είναι η μοίρα. Ψωμί για το Νέτι, το φύλακα της Πύλης, ψωμί για το Νινζιζίντα, το φιδοθεό, τον κύριο του Δέντρου της Ζωής. Το ίδιο και για τον νεαρό τσοπάνη, για την Ενκί και την Νινκί, για τον Ντιντουκούγκα και τον Εντουκούγκα, για τον Ενμούλ και τον Νινμούλ, για όλους τους προγονικούς θεούς που είναι συγγενείς του Ενλίλ. Ένα συμπόσιο για το Σουλπαί, το Θεό των Συμποσίων. Για το Σαμουκάν, το θεό των κοπαδιών, για τη μητέρα Νινχουρσάγκ και για τους θεούς της δημιουργίας στο χώρο της δημιουργίας. Για κείνους που κατοικούν στον ουρανό, ιερείς και ιέρειες, ζυγίζουνε τις προσφορές για το νεκρό.
 Ο Γκιλγκαμές, ο γιος της Νινσούν, τοποθετήθηκε στον τάφο. Στο χώρο των προσφορών ζυγίζουνε το ψωμί της προσφοράς.
Στο χώρο της σπονδής χύνουν το κρασί. Κείνες τις ημέρες ο άρχοντας Γκιλγκαμές αναχώρησε, ο γιος της Νινσούν, ο βασιλιάς, ο απαράμιλλος, που όμοιός του δεν στάθηκε άνθρωπος και που δεν ξέχασε τον Ενλίλ, τον κύριό του.
 Ώ! Γκιλγκαμές, άρχοντα της Κουλάμπ, μεγάλη είναι η δόξα σου.

 ΤΕΛΟΣ

Μερος    1ο
Μερος    2ο
Μερος    3ο
Μερος    4ο

Πηγή

Αν σας άρεσε το θέμα κάντε ένα "Like" και κοινοποιήστε το στους Φίλους σας...!


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου