Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Το Έπος του Gilgamesh 4ο Μερος

4. Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΖΩΗΣ
 Ο Γκιλγκαμές έκλαψε πικρά το φίλο του τον Ενκιντού, και ύστερα περιπλανήθηκε στην ερημιά σαν κυνηγός, και γύρισε όλους τους κάμπους. Μέσα στην πίκρα του φώναζε: "Πώς είναι δυνατό να σταματήσω; Πώς είναι δυνατό να ησυχάσω; Απελπισία πνίγει την καρδιά μου. Που είναι τώρα ο αδελφός μου; Και τι θα γίνω όταν θα πεθάνω; Έπειτα φοβάμαι το θάνατο, θα κάνω ότι μπορέσω για να βρω τον Ουτναπιστίμ που τον αποκαλούν "Μακρινό", γιατί αυτός κατάφερε να μπει στο συμβούλιο των Θεών". Και έτσι ο Γκιλγκαμές περιφερόταν στις ερημιές, περπάτησε πράσινες χώρες και συνέχιζε ένα ταξίδι που κρατούσε πολύ χρόνο, αναζητώντας τον Ουτναπιστίμ, που τον είχαν πάρει οι θεοί μετά τον κατακλυσμό και τον εγκατέστησαν στη χώρα Ντίλμουν, στους κήπους του ήλιου. Και κει του χάρισαν την αιώνια ζωή.

Το βράδυ όταν ο Γκιλγκαμές έφτασε στη στενή διάβαση του βουνού, έκανε την προσευχή του: "Σε τούτο το βουνίσιο πέρασμα παλιότερα είχα δει λιοντάρια και τρόμαξα και σήκωσα τα μάτια μου προς το φεγγάρι. Προσευχήθηκα. Κι η προσευχή μου έφτασε στους Θεούς. Και τώρα, ω! θεέ του φεγγαριού Σιν, προστάτεψέ με". Κι όταν τελείωσε την προσευχή του ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Και ξύπνησε από ένα όνειρο.
 Είδε ολόγυρά του τα λιοντάρια ζωντανά να καμαρώνουν. Και τότε άρπαξε στα χέρια του το τσεκούρι, τράβηξε το ξίφος του από τη μέση και έπεσε πάνω τους σα βέλος από τόξο. Και τα χτύπησε, τα κατάστρεψε και τα διέλυσε. Κι έτσι ο Γκιλγκαμές έφθασε σε κείνο το ψηλό βουνό που το λένε Μασού, το βουνό που κρατάει την ανατολή και τη δύση του ήλιου. Η διπλή του κορυφή είναι ψηλή ως τα τείχη του ουρανού. Και οι θηλές τους μπαίνανε βαθειά στον Κάτω Κόσμο. Την πύλη του την φύλαγαν οι σκορπιοί: μισοί άνθρωποι και μισοί δράκοι. Η δόξα τους είναι τρομερή. Η ματιά τους φέρνει το θάνατο στους ανθρώπους. Ο φωτεινός τους φωτοστέφανος λαμποκοπάει στο βουνό που φυλάει τον ανατέλλοντα ήλιο. Όταν τους αντίκρισε ο Γκιλγκαμές, σκέπασε αμέσως τα μάτια του. Ύστερα πήρε κουράγιο και πλησίασε. Όταν τον είδανε να πλησιάζει άφοβα, ο Άνθρωπος ‐ Σκορπιός είπε στο σύντροφό του: "Αυτός εκεί που έρχεται κατά δω είναι από θεϊκή σάρκα".
Κι ο σύντροφος του Ανθρώπου ‐ Σκορπιού του είπε: "Κατά τα δύο τρίτα είναι Θεός και κατά το ένα τρίτο άνθρωπος". Και τότε φώναξαν στον Γκιλγκαμές, φώναξαν στο παιδί των Θεών: "Γιατί κάνατε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, διασχίζοντας τα επικίνδυνα νερά; Πες μας για ποιό λόγο έφθασες εδώ;". Κι ο Γκιλγκαμές απάντησε: "Για χάρη του Ενκιντού. Τον αγαπούσα πολύ. Μαζί δοκιμάσαμε όλες τις σκληρότητες. Και ήρθα για χάρη του επειδή τον πήρε η κοινή μοίρα των ανθρώπων. Έκλαψα το χαμό του εφτά μέρες και νύχτες. Δεν ήθελα να θάψω το σώμα του, γιατί πίστευα πως ο φίλος μου θα ξαναγύριζε εξ αιτίας των δακρύων μου. Από τότε που έφυγε η ζωή μου δεν είναι τίποτα. Και γι' αυτό ταξίδεψα μέχρις εδώ. Αναζητώ τον Ουτναπιστίμ, τον πατέρα μου. Γιατί οι άνθρωποι λένε πως μπήκε στη σύναξη των Θεών και κέρδισε την αιώνια ζωή. Κι έχω την επιθυμία να τον ρωτήσω να μου εξηγήσει τη ζωή και το θάνατο".
Ο Άνθρωπος ‐ Σκορπιός άνοιξε το στόμα του και είπε στον Γκιλγκαμές: "Κανένας άνθρωπος που γεννήθηκε από γυναίκα δεν κατόρθωσε αυτό που γυρεύεις. Κανείς θνητός δεν μπήκε στο βουνό. Το μήκος του είναι δώδεκα λεύγες σκοτεινιά. Και δεν υπάρχει φως σ' αυτό το χώρο. Η καρδιά πνίγεται από τη σκοτεινιά. Από την ανατολή και μέχρι τη δύση του ήλιου δεν υπάρχει φως". Ο Γκιλγκαμές είπε: "Κι αν ήτανε να πάω στη λύπη και στον πόνο αναστενάζοντας και κλαίγοντας, θα πήγαινα. Άνοιξε λοιπόν την Πύλη του βουνού". Κι ο Άνθρωπος ‐ Σκορπιός είπε: "Προχώρησε Γκιλγκαμές, σου επιτρέπω να περάσεις μέσα από το βουνό Μασού και μέσα από την υψηλή τάξη. Ίσως τα πόδια σου γερά να σε ξαναφέρουν στην πατρίδα σου. Η πύλη του βουνού είναι ανοικτή". Όταν ο Γκιλγκαμές τον άκουσε έκανε ότι του είπε ο Άνθρωπος ‐ Σκορπιός και ακολούθησε το δρόμο του ήλιου προς την ανατολή, μέσα από το βουνό.
 Όταν προχώρησε μια λεύγα, η σκοτεινιά έγινε γύρω του πυκνή, γιατί δεν είχε φως και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δει. Μετά τη δεύτερη λεύγα η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φως δεν ήταν πουθενά. Και δεν μπορούσε τίποτα, μπροστά και πίσω του να δει. Σαν τέλειωσε την πέμπτη λεύγα, η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φως δεν ήταν πουθενά. Και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δει. Σαν τέλειωσε η έκτη λεύγα η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φως δεν ήταν πουθενά. Και δεν μπορούσε τίποτα, μπροστά και πίσω του να δει. Σαν τέλειωσε κι η έβδομη η λεύγα, η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φως δεν ήταν πουθενά. Και δεν μπορούσε τίποτα, μπροστά και πίσω του να δει. Κι όταν περπάτησε και τις οκτώ λεύγες, ο Γκιλγκαμές έβγαλε μια δυνατή κραυγή, γιατί η σκοτεινιά ήταν πυκνή και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δει.
Στην ένατη τη λεύγα ένοιωσε κατάμουτρα το βοριά, αλλά η σκοτεινιά ήταν πυκνή, φως δεν υπήρχε πουθενά και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δει. Μετά τη δέκατη τη λεύγα, το τέλος έφτανε. Μετά την ενδέκατη τη λεύγα, φάνηκε το φως της αυγής. Στο τέλος της δωδέκατης λεύγας πρόβαλε ο ήλιος. Κι εκεί υπήρχε ο κήπος των Θεών. Ολόγυρά του ήταν θάμνοι φορτωμένοι με πολύτιμα στολίδια. Όταν τον αντίκρισε προχώρησε ίσια προς τα εκεί, γιατί εκεί κρεμόντανε δοχεία από καρνέλια γεμάτα κρασί με θαυμάσια όψη. Τα φύλλα ήταν από παχύ λαγουρίτη και οι πολύτιμοι καρποί τους που φαινόταν στο βάθος έδειχναν να είναι γλυκείς. Για αγκάθια και για βελόνες των θάμνων είχαν αιματίνη και πολύτιμες πέτρες, αχάτη και μαργαριτάρια που έβγαιναν από τη θάλασσα. Ενώ ο Γκιλγκαμές προχωρούσε από την άκρη της θάλασσας προς τον κήπο τον είδε ο Σαμάς. Και είδε ο Σαμάς πώς ήτανε ντυμένος με δέρμα ζώων και είχε φάει τις σάρκες τους. Ήταν καταθλιμμένος και του είπε: "Κανείς θνητός δεν διάβηκε πριν από σένα σε τούτα δω τα μέρη κι ούτε ποτέ θα φθάσει, όσο θα φυσάει ο άνεμος στη θάλασσα".
 Και πρόσθεσε στο Γκιλγκαμές: "Ποτέ δεν θα βρεις τη ζωή που αναζητάς". Κι ο Γκιλγκαμές είπε στον ένδοξο Σαμάς: "Τώρα που ταλαιπωρήθηκα και τσακίστηκα μέσα στην έρημο, πρέπει να κοιμηθώ και να σκεπάσει η γη για πάντα το κεφάλι μου; Άφησε τα μάτια μου να κοιτάξουν τον ήλιο μέχρι να ζαλιστώ. Παρ' όλο που δεν είμαι καλύτερα από το νεκρό, αφήστε με να δω το φως του ήλιου". Πίσω από τη θάλασσα ζει η γυναίκα του κρασιού, αυτή που φτιάχνει το κρασί. Η Σιντουρί κάθεται στον κήπο στην άκρη της θάλασσας, με τα χρυσά τα κύπελλα και τα χρυσά πιθάρια που της χάρισαν οι Θεοί. Ήταν σκεπασμένη με πέπλο. Και από κει που καθόταν είδε το Γκιλγκαμές να προχωράει προς αυτήν, φορώντας δέρματα στις θεϊκές του σάρκες, αλλά με πνιγμένη την καρδιά του στην απελπισία και με πρόσωπο σαν του ανθρώπου που ταξίδεψε πολύ. Τον κοίταξε κι όπως αναμέτρησε την απόσταση είπε μέσα της: "Ασφαλώς κάποιος  κακούργος είναι. Αλλά τι γυρεύει εδώ;". Και μαντάλωσε με διπλό μάνταλο την πόρτα. Αλλά ο Γκιλγκαμές που άκουσε το θόρυβο του μάνταλου έριξε προς τα πίσω το κεφάλι και πάτησε το πόδι του στην πόρτα.
της φώναξε: "Κοπέλα, εσύ που κάνεις το κρασί, γιατί μαντάλωσες την πόρτα σου; Θα σπάσω και θα συντρίψω την πόρτα σου, γιατί εγώ είμαι ο Γκιλγκαμές, που έπιασε και σκότωσε τον ταύρο του ουρανού, που σκότωσε το φύλακα του δάσους των Κέδρων, που ανέτρεψε το Χουμπαμπά που ζούσε μες το δάσος και σκότωσε και τα λιοντάρια στο διάσελο του βουνού". Και τότε η Σιντουρί του είπε: "Αν είσαι εσύ ο Γκιλγκαμές που έπιασε και σκότωσε τον ταύρο του ουρανού, που σκότωσε το φύλακα του δάσους των Κέδρων, που ανέτρεψε το Χουμπαμπά και σκότωσε και τα λιοντάρια στο διάσελο του βουνού, γιατί τα μάγουλά σου είναι τόσο λιμασμένα κι είναι τόσο στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί είναι πνιγμένη στην απελπισία η καρδιά σου κι είναι το πρόσωπό σου σαν εκείνου που ταξίδεψε πολύ; Κι ακόμα γιατί το πρόσωπό σου είναι ξεροψημένο από τη ζέστα και το κρύο και γιατί έφτασες εδώ περιπλανώμενος μέσα στα λιβάδια, αναζητώντας τον αέρα;".
Κι ο Γκιλγκαμές της αποκρίθηκε: "Και πώς να μην είναι λιμασμένα τα μάγουλά μου και να μην είναι στεγνό το πρόσωπό μου; Πνιγμένη στην απελπισία είναι η καρδιά μου κι είναι το πρόσωπό μου σαν εκείνου που ταξίδεψε πολύ και ξεροψήθηκε από τη ζέστη και το κρύο. Και γιατί να μην περιπλανηθώ μέσα στα λιβάδια, αναζητώντας τον αέρα; Ο φίλος μου, ο πιο μικρός μου αδελφός, αυτός που κυνηγούσε το αγριογάιδουρο στις ερημιές, τον πάνθηρα στους κάμπους, ο φίλος μου, ο πιο μικρός μου αδελφός, που έπιασε και σκότωσε τον Ταύρο του Ουρανού και που ανέτρεψε το Χουμπαμπά στο δάσος των Κέδρων, ο φίλος μου ο πολυαγαπημένος που πλάι μου ριψοκινδύνεψε, ο Ενκιντού ο αδελφός μου, που τον αγάπησα πολύ, χάθηκε.
Τον άρπαξε το τέλος των θνητών. Και έκλαψα γι' αυτόν εφτά ημέρες και εφτά νύχτες, μέχρι που πέσανε τα σκουλήκια στο σώμα του. Εξ αιτίας του αδελφού μου φοβήθηκα το θάνατο, εξ αιτίας του αδελφού μου άρχισα να τρέχω και αναπαμό δε βρίσκω. Αλλά τώρα κοπέλα μου, εσύ που φτιάχνεις το κρασί, από τη στιγμή που είδα το πρόσωπό σου, μη με αφήνεις να γνωρίσω το πρόσωπο του θανάτου που τόσο πολύ φοβάμαι". Κι εκείνη του αποκρίθηκε: "Γκιλγκαμές για που τρέχεις; Ποτέ δεν πρόκειται να βρεις τη ζωή που ζητάς. Όταν οι Θεοί δημιούργησαν τον άνθρωπο, του έδωσαν για μοίρα του το θάνατο, ενώ τη ζωή την κράτησαν μόνο για τον εαυτό τους. Όσο για σένα Γκιλγκαμές γιόμισε την κοιλιά σου με ευχάριστα. Μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, χόρευε και απόλαυσε, πίνε και γλέντησε. Φόρεσε καινούργια ρούχα, πλύνε το σώμα σου στο νερό, αγάπα το παιδάκι που κρατάς στο χέρι σου και κάνε τη γυναίκα σου στην αγκαλιά σου ευτυχισμένη. Γιατί κι αυτό είναι στη μοίρα του ανθρώπου".
Αλλά ο Γκιλγκαμές είπε στη Σιντουρί, τη νέα κοπέλα του κρασιού: "Πώς είναι δυνατό να σιωπήσω, πώς είναι δυνατό να βρω αναπαμό, όταν ο Ενκιντού που τον αγάπησα πολύ έγινε σκόνη κι όταν κι εγώ θα πεθάνω και θα με βάλουνε στη γη για πάντα;". Κι ύστερα της ξανάπε: "Νέα κοπέλλα, πες μου τώρα ποιός είν' ο δρόμος για να βρω τον Ουτναπιστίμ, το γιο του Ουμπάρα ‐ Τουτού; Ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρω! Θα διαπλεύσω και τον ωκεανό αν είναι δυνατό. Κι αν δεν είναι δυνατό, θα πλανηθώ ακόμα πιο μακριά στην έρημο". Κι αυτή, που φτιάχνει το κρασί του είπε: "Γκιλγκαμές, δεν υπάρχει τρόπος να διαπλεύσεις τον ωκεανό. Από όπου και αν ήρθες και από την πανάρχαια αν είσαι εποχή δεν είσαι ικανός αυτή τη θάλασσα για να διαβείς. Μόνο ο ήλιος μέσα στη δόξα του μπορεί να διαπερνάει αυτόν τον ωκεανό. Αλλά κανείς πέρα από το Σαμάς δεν τον πέρασε ποτέ. Ο τόπος και το πέρασμα είναι δύσκολα. Και τα νερά του θανάτου που ρέουν ανάμεσά του είναι βαθειά. Γκιλγκαμές πώς είναι δυνατό να διαπλεύσεις έναν τέτοιο ωκεανό; Κι όταν θα φτάσεις στα νερά του θανάτου τι  θα κάνεις; Παρ' όλα αυτά Γκιλγκαμές, κάτω εκεί στο δάσος θα βρεις τον Ουρσαναμπί, τον πορθμέα του Ουτναπιστίμ.
Αυτός κρατάει τα ιερά πράγματα, τα πέτρινα πράγματα. Στο πλοίο του έχει πλώρη ερπετού. Ερεύνησέ τον καλά. Και αν είναι δυνατό θα διαπλεύσεις μαζί του τα νερά. Αλλά αν δεν είναι δυνατό, πρέπει να γυρίσεις πίσω". Όταν τα άκουσε αυτά ο Γκιλγκαμές θύμωσε. Πήρε στο χέρι του το τσεκούρι του, έσυρε και το σπαθί του από τη μέση και χύθηκε σα βέλος στην άκρη στη θάλασσα. Από το θυμό του έσπασε τις πέτρες μπήκε μέσα στο δάσος και κάθισε. Ο Ουρσαναμπί είδε τη λάμψη του σπαθιού, άκουσε το τσεκούρι και είπε στο Γκιλγκαμές: "Πες μου ποιο είναι το όνομά σου; Εγώ είμαι ο Ουρσαναμπί, ο πορθμέας του Ουτναπιστίμ, του Μακρινού". Κι εκείνος του αποκρίθηκε: "Γκιλγκαμές είναι το όνομά μου, είμαι από την Ουρούκ, από τον οίκο του Ανού". Κι ο Ουρσαναμπί του αποκρίθηκε: "Γιατί τα μάγουλά σου είναι λιμασμένα κι είναι στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί έχεις απελπισία στην καρδιά κι είναι το πρόσωπό σου σαν εκείνου που ταξίδεψε πολύ; Κι ακόμα γιατί το πρόσωπό σου είναι ξεροψημένο από τη ζέστη και το κρύο. Και γιατί έφτασες εδώ περιπλανημένος μέσα στα λιβάδια, αναζητώντας τον αέρα;". Κι ο Γκιλγκαμές του αποκρίθηκε: "Πώς είναι δυνατό να μην είναι λιμασμένα τα μάγουλά μου και να μην είναι στεγνό το πρόσωπό μου σαν εκείνου που ταξίδεψε πολύ. Ξεροψήθηκα από τη ζέστη και το κρύο. Πώς να μην περιπλανηθώ μέσα στα λιβάδια; Ο φίλος μου ο πιο μικρός μου αδελφός, που έπιασε και σκότωσε τον Ταύρο του Ουρανού και που ανέτρεψε το Χουμπαμπά στο δάσος των Κέδρων, ο φίλος μου ο αγαπημένος που πλάι μου ριψοκινδύνεψε, ο Ενκιντού ο αδελφός μου που τον αγάπησα πολύ χάθηκε. Τον άρπαξε το τέλος των θνητών. Και έκλαψα γι' αυτόν εφτά ημέρες και εφτά νύχτες, μέχρι που πέσανε τα σκουλήκια στο σώμα του. Εξ αιτίας του αδελφού μου φοβήθηκα το θάνατο, εξ αιτίας του αδελφού μου άρχισα να τρέχω στις ερημιές και αναπαμό δεν βρίσκω.
 Η μοίρα του βαραίνει πάνω μου. Πώς είναι δυνατό να σιωπήσω και να ηρεμήσω; Αυτός είναι πια σκόνη. Κι εγώ θα πεθάνω. Και μένα θα με βάλουνε για πάντα στη γη. Φοβήθηκα το θάνατο. Και γι' αυτό Ουρσαναμπί πες μου που είναι ο δρόμος που οδηγεί στον Ουτναπιστίμ; Αν είναι δυνατό, θα διασχίσω και τα νερά του θανάτου. Αν όχι θα συνεχίσω ακόμα να πλανιέμαι μέσα στην ερημιά". Ο Ουρσαναμπί του είπε: "Γκιλγκαμές τα ίδια σου τα χέρια σε εμποδίζουνε να διαπλεύσεις τον ωκεανό. Όταν έσπαζες τα πέτρινα αντικείμενα, έσπαζες την ασφάλεια του πλοίου". Ο Γκιλγκαμές του αποκρίθηκε: "Γιατί είσαι τόσο θυμωμένος μαζί μου, Ουρσαναμπί, αφού εσύ διαπερνάς τον ωκεανό νύκτα και ημέρα κι όλες τις εποχές του χρόνου;".
Κι ο Ουρσαναμπί του είπε: "Αυτές οι πραγματικές πέτρες ήσαν εκείνες που με μετέφεραν με σιγουριά πάνω από τον ωκεανό. Τώρα όμως Γκιλγκαμές πήγαινε μέσα στο δάσος με το τσεκούρι σου κόψε πασσάλους. Κόψε εκατόν είκοσι πασσάλους. Και κόψε τους εξήντα κυβικά μήκος. Βάψε τους με πίσσα, δέσε τους με στεφάνι και φέρε τους εδώ". Όταν ο Γκιλγκαμές άκουσε αυτά, πήγε στο δάσος έκοψε πασσάλους, εκατόν είκοσι τον αριθμό. Και τους έκοψε εξήντα κυβικά μήκος. Τους έβαψε με πίσσα, τους έβαλε στεφάνι και τους πήγε στον Ουρσαναμπί. Μ' αυτούς επενδύσανε το πλοίο ο Γκιλγκαμές και ο Ουρσαναμπί μαζί. Και έτσι ανοιχτήκαν στον ωκεανό.
 Για τρεις ημέρες συνέχιζαν το ταξίδι τους και είχαν διανύσει διάστημα ενός μηνός και δέκα πέντε ημερών. Και τότε ο Ουρσαναμπί οδήγησε το  πλοίο του στα νερά του θανάτου. Και είπε ο Ουρσαναμπί στον Γκιλγκαμές: "Βιάσου. Πάρε ένα πάσαλο και σπρώξε τον προς τα εκεί, αλλά πρόσεξε τα χέρια σου να μην αγγίξουν τα νερά". Ο Γκιλγκαμές πήρε έναν δεύτερο πάσαλο, ύστερα έναν τρίτο κι ένα τέταρτο πάσαλο. Ύστερα ο Γκιλγκαμές πήρε έναν πέμπτο, έναν έκτο και έναν έβδομο πάσαλο. Κι ο Γκιλγκαμές πήρε τον όγδοο, τον ένατο και το δέκατο πάσαλο. Κι ο Γκιλγκαμές πήρε τον ενδέκατο και το δωδέκατο πάσαλο. Και αφού πέταξε τους εκατόν είκοσι πασσάλους ο Γκιλγκαμές χρησιμοποίησε τον τελευταίο. Και ύστερα γυμνώθηκε ο ίδιος. Ύψωσε το μπράτσο του σε κατάρτι και έκαμε τα ρούχα του πανιά. Και έτσι ο Ουρσαναμπί, ο πορθμέας μετέφερε το Γκιλγκαμές στον Ουτναπιστίμ, που τον λέγανε και "Μακρινό", που ζούσε στο Ντιλμούν, στη χώρα που περνάει ο ήλιος ανατολικά του βουνού. Μόνο σ' αυτόν οι θεοί, απ' όλους τους ανθρώπους χάρισαν την αιώνια ζωή.
Και τώρα ο Ουτναπιστίμ από εκεί που ζούσε με άνεση, κοίταξε μακριά και είπε μέσα του απορώντας: "Γιατί το πλοίο να πλέει χωρίς άρμενα και κατάρτι; Γιατί να καταστράφηκαν οι ιερές πέτρες; Και γιατί δεν φαίνεται κατάρτι στο πλοίο; Ο άνθρωπος που έρχεται δεν είναι απ' τους δικούς μου. Απ' ότι βλέπω, ο άνθρωπος αυτός έχει σκεπασμένο το σώμα του με δέρματα ζώων. Ποιός να είναι αυτός που ακολουθεί πίσω από τον Ουρσαναμπί και που ασφαλώς δεν είναι από τους δικούς μου;". Και ο Ουτναπιστίμ τον παρακολουθούσε με το βλέμμα του και του είπε: "Ποιό είναι το όνομά σου εσένα που έρχεσαι εδώ, φορώντας δέρμα ζώων και που τα μάγουλά σου είναι λιμασμένα κι είναι στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί έρχεσαι τόσο βιαστικός; Γιατί έκανες τούτο το μεγάλο ταξίδι και γιατί διέπλευσες θάλασσες που το πέρασμά τους είναι επικίνδυνο; Πες μου λοιπόν τους λόγους που ήρθες εδώ".
Και κείνος του αποκρίθηκε: "Γκιλγκαμές είναι το όνομά μου. Είμαι από την Ουρούκ από τον οίκο του Ανού". Και τότε ο Ουτναπιστίμ του είπε: "Αν είσαι συ ο Γκιλγκαμές, γιατί τα μάγουλά σου είναι τόσο λιμασμένα κι είναι στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί η καρδιά σου είναι πνιγμένη στην απελπισία κι είναι το πρόσωπό σου σαν εκείνου που ταξίδεψε πολύ; Κι ακόμα γιατί το πρόσωπό σου είναι ξεροψημένο από τη ζέστη και το κρύο; Και γιατί έφτασες εδώ αφού περιπλανήθηκες στις ερημιές, αναζητώντας τον αέρα;"
 Κι ο Γκιλγκαμές του είπε: "Πώς να μην είναι λιμασμένα τα μάγουλά μου και στεγνό το πρόσωπό μου; Πνιγμένη στην απελπισία είναι η καρδιά μου. Κι είναι το πρόσωπό μου σαν το πρόσωπο αυτού που ταξίδεψε πολύ και ξεροψήθηκε στη ζέστη και στο κρύο. Και γιατί να μην περιπλανηθώ στα λιβάδια; Ο φίλος μου, ο πιο μικρός μου αδελφός που έπιασε και σκότωσε τον Ταύρο του Ουρανού κι ανέτρεψε το Χουμπαμπά στο δάσος των Κέδρων, ο φίλος μου ο πολυαγαπημένος, που πλάι μου ριψοκινδύνεψε, ο Ενκιντού ο αδελφός μου, που τον αγαπούσα πολύ, χάθηκε. Τον άρπαξε το τέλος των θνητών. Και έκλαψα γι' αυτόν εφτά ημέρες και εφτά νύχτες μέχρι που πέσανε τα σκουλήκια στο σώμα του. Εξ αιτίας του αδελφού μου άρχισα να τρέχω στις ερημιές. Η μοίρα του βαραίνει πάνω μου. Πώς είναι δυνατό να σιωπήσω και να ηρεμήσω; Αυτός είναι πια σκόνη. Κι εγώ θα πεθάνω και θα με βάλουνε για πάντα στη γη".
Κι ύστερα ξανάπε ο Γκιλγκαμές στον Ουτναπιστίμ: "Ήρθα για να βρω αυτόν που τον αποκαλούν "Μακρινό". Γι' αυτό έκανα τούτο το ταξίδι. Γι' αυτό περιπλανήθηκα στον κόσμο, γι' αυτό υπερπήδησα πολλές δυσκολίες. Γι' αυτό πέρασα θάλασσες. Γι' αυτό κουράστηκα ταξιδεύοντας. Οι αλοιφές είναι οι πόνοι μου. Και ξέχασα τον ύπνο που είναι τόσο γλυκός. Τα ρούχα μου ξεσχίστηκαν πριν να φτάσω στο σπίτι της Σιντουρί. Σκότωσα την αρκούδα και την ύαινα, το λιοντάρι και τον πάνθηρα, την τίγρη, το αρσενικό ελάφι και τον αίγαγρο και όλα τα είδη αγριμιών μαζί και τα μικρά πλάσματα των λιβαδιών. Έφαγα το κρέας τους και φόρεσα τα δέρματά τους. Κι έτσι κατάφερα να φτάσω στο σπίτι της Σιντουρί, της νεαρής κοπέλας που φτιάχνει τα κρασιά, η οποία μού 'κλεισε την πόρτα της με πίσσα και κατράμι. Μα απ' αυτήν πήρα την κατεύθυνση του ταξιδιού. Και έτσι έφτασα στον Ουρσαναμπί, τον πορθμέα και μαζί του πέρασα τα νερά του θανάτου. Ω πατέρα Ουτναπιστίμ, εσύ που μπήκες στη σύναξη των Θεών, ήθελα να σε ρωτήσω για ζητήματα, που έχουν σχέση με τη ζωή και με το θάνατο και για το πώς θα βρω τη ζωή που αναζητάω".
 Κι ο Ουτναπιστίμ του αποκρίθηκε: "Δεν υπάρχει σταθερότητα. Φτιάχνουμε σπίτι, που να μείνει για πάντα; Κλείνουμε συμφωνίες που να ισχύουν για πάντα; Τ' αδέλφια μοιράζουν την κληρονομιά για να την κρατήσουν για πάντα; Μπορεί να διαρκέσει για πάντα η πλημμύρα των ποταμών; Μονάχα η νύμφη του φτερωτού του δράκοντα που ρίχνει το σκουλήκι της και μπορεί να κοιτάζει κατάματα τον ήλιο, μπορεί να μας μοιάζει. Από τα πανάρχαια τα χρόνια τίποτα δεν μένει αμετάβλητο. Ο ύπνος και ο θάνατος είναι πολύ διαφορετικά πράγματα. Κι όμως ο ύπνος μοιάζει με το θάνατο. Τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον κύριο και στον υπηρέτη του στο θάνατο; Αφού ο Αννουνάκι ο κριτής και η Μαμμέτουμ, η μάνα της τύχης, καθορίζουν τις μοίρες των ανθρώπων, η ζωή κι ο θάνατος μοιράζονται, αλλά η μέρα του θανάτου δεν αποκαλύπτεται". Και τότε ο Γκιλγκαμές είπε στον Ουτναπιστίμ, στο "Μακρινό": "Σε κοιτάζω Ουτναπιστίμ και βλέπω πως το παρουσιαστικό σου δεν είναι διαφορετικό από το δικό μου. Τίποτα το παράξενο δεν έχει η όψη σου. Νόμιζα πως θα έβρισκα κάποιον που να μοιάζει με ήρωα έτοιμο για μάχη. Αλλά εσύ εδώ ζεις μέσα στις ανέσεις σου. Πες μου λοιπόν, πώς τα κατάφερες και μπήκες στη συντροφιά των Θεών και ύστερα κέρδισες την αιώνια ζωή;" Κι ο Ουτναπιστίμ είπε στο Γκιλγκαμές: "Θα σου αποκαλύψω ένα μυστήριο. Θα σου μιλήσω για ένα μυστικό των Θεών".

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 Γ Μερος  ΕΔΩ




Πηγή

Αν σας άρεσε το θέμα κάντε ένα "Like" και κοινοποιήστε το στους Φίλους σας...!


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου