Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Το Έπος του Gilgamesh 3ο Μερος

3. ΙΣΤΑΡ ΚΑΙ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΚΙΝΤΟΥ 
 Ο Γκιλγκαμές έπλυνε τις μακριές του μπούκλες και καθάρισε τα όπλα του και μάζεψε τα μαλλιά του από τους ώμους του. Έβγαλε και τα λερωμένα του ρούχα και φόρεσε καινούργια. Έριξε πάνω του τη βασιλική του ρόμπα και τη σταθεροποίησε. Και όταν ο Γκιλγκαμές έβαλε και το στέμμα του, η ένδοξη Ιστάρ σήκωσε τα μάτια της για να δει την ομορφιά του Γκιλγκαμές.
Είπε: «Έλα μαζί μου Γκιλγκαμές να γίνεις ο νυμφίος μου. Δώσε μου σπέρμα από το σώμα σου, άφησέ με να γίνω ή σύζυγός σου και συ ο σύζυγός μου. Θα στολίσω για σένα άρμα από λαζουρίτη και χρυσάφι, με χρυσές ρόδες και χάλκινα κέρατα. Και θα έχεις τους παντοδύναμους δαίμονες της θύελλας για οδηγούς.

Όταν θα μπαίνεις στο σπίτι σου, που θα μοσχοβολάει κέδρο στο κατώφλι σου και στο θρόνο σου θα σου φιλούν τα πόδια. Βασιλιάδες, κυβερνήτες και ηγεμόνες θα σκύβουν μέχρι κάτω μπροστά σου. Θα σου φέρνουν φόρο υποτέλειας από τα βουνά και τους κάμπους.
Οι προβατίνες σου θα γεννάνε διπλά αρνιά και οι γίδες σου τρία κατσίκια∙ οι γαϊδάρες σου θα κάνουνε μουλάρια∙ τα βόδια σου ταίρι δεν θα έχουν στον κόσμο και τ' άλογα του αμαξιού σου θα φημισθούν παντού για τη γρηγοράδα τους». Ο Γκιλγκαμές άνοιξε το στόμα του και είπε στην ένδοξη Ιστάρ: «Αν σε κάνω γυναίκα μου, τι δώρα θα έπρεπε να σου κάνω; Τι αρώματα και τι ρούχα για το κορμί σου; Και τι τροφή θα σου φέρω για να φας; Πώς είναι δυνατό να δώσω τροφή σε μια θεά και ποτό στη βασίλισσα των ουρανών; Κι ακόμα αν σε κάνω γυναίκα μου, τι θα γίνω πια εγώ; Οι εραστές σου σε βρήκανε σαν τη θρακοβολιά, που σιγοκαίει χωρίς καπνό μέσα στον πάγο, μια μυστική πόρτα που αποκλείει και την καταιγίδα και τη μπόρα, πύργο που συνθλίβει τους φύλακές του, πίσσα που μαυρίζει όποιον την κουβαλάει, τρύπιο ασκί που μουσκεύει όποιον το μεταφέρει, πέτρα που πέφτει από το πρεβάζι, σαντάλι που κάνει να περπατάει όποιον το φορεί, μια μηχανή εφόδου ενάντια στον εχθρό. Υπάρχει κανείς από τους εραστές σου που να σε αγάπησε για πάντα; Ποιοι από τους ποιμένες σου σε ευχαρίστησαν; Άκουσέ με, θα σου απαριθμήσω τους εραστές σου και την ιστορία τους. Πρώτος είναι ο Ταμούζ, ο εραστής της νιότης σου, για τον οποίο καθιέρωσες θρήνους κάθε χρόνο. Αγάπησες το πολύχρωμο πουλί, αλλά και τώρα ακόμα το κτυπάς και σπάζεις τα φτερά του. Και τώρα μες στο άλσος κάθεται και κραυγάζει: «κάππι, κάππι, φτερό μου, φτερό μου!» Αγάπησες το λιοντάρι με την τρομερή δύναμη. Και του έστησες εφτά παγίδες για να το πιάσεις.
 Ερωτεύθηκες το βαρβάτο άλογο, που είναι μεγαλειώδες στη μάχη και θέσπισες γι' αυτό το καμτσίκι, το σπιρούνι και τα λουριά για να καλπάζει, εφτά λεύγες με τη βία και να θολώνει το νερό πριν να το πιει. Και για τη μάνα του, τη Σιλιλί θέσπισες θρήνους. Ερωτεύθηκες τον ποιμένα του κοπαδιού. Και σου έφτιαχνε γλυκίσματα κάθε δεύτερη ημέρα και έσφαζε κατσίκια για χάρη σου. Και συ τον χτύπησες και τον μεταμόρφωσες σε λύκο. Και τώρα τον κυνηγάει το τσοπανόσκυλο και τον ξεσχίζουν τα δικά του κυνηγόσκυλα. Μήπως δεν ερωτεύθηκες τον Οσουλλανού, τον κηπουρό στο φοινικόκηπο του πατέρα σου; Σου κουβαλούσε αμέτρητα καλάθια με χουρμάδες. Καθημερινά γέμιζε το τραπέζι σου. Ύστερα γύρισες τα μάτια σου αλλού και του είπες: «Πολυαγαπημένε μου Οσουλλανού, έλα μαζί μου, έλα να απολαύσουμε τον ανδρισμό σου. Προχώρησε και πάρε με στην αγκαλιά σου. Είμαι δική σου». Ο Οσουλλανού σου αποκρίθηκε «Τι θέλεις από μένα; Η μάνα μου έψησε ψωμί και έφαγα. Γιατί να ρθω σε μια σαν εσένα για χαλασμένη ή σαπισμένη τροφή; Είναι δυνατό το παραβάν από βούρλα να δώσει επαρκή προστασία έναντι του πάγου;» Αλλά όταν άκουσες την απάντηση τον κτύπησες. Και τον μετέβαλες σε τυφλοπόντικα, βαθιά μέσα στη γη, δηλαδή σε κείνον που ποτέ δεν φτάνει στις επιθυμίες του. Και αν δεχόμουνα να γίνουμε εραστές, ποιος μπορεί να μου εγγυηθεί ότι δεν θα με μεταχειρισθείς όπως τους άλλους πριν;» Όταν η Ιστάρ τα άκουσε όλα αυτά, η λύσσα της γίνηκε πιο μεγάλη. Πήγε λοιπόν εκεί ψηλά στον ουρανό, στον πατέρα της τον Ανού και στη μάνα της την Αντούμ. Και είπε: «Πατέρα μου, ο Γκιλγκαμές μου σώριασε ένα σωρό βρισιές. Είπε μπροστά σε όλους τη βρώμικη μου συμπεριφορά και τις βρώμικές μου πράξεις». Και ο Ανού άνοιξε το στόμα του και είπε: «Μοναχή σου προκάλεσες την επιτίμησή σου. Και γι' αυτή σου την πρόκληση ο Γκιλγκαμές ανέφερε τη βρώμική σου συμπεριφορά και τις βρώμικές σου πράξεις».  Η Ιστάρ άνοιξε το στόμα της και ξαναείπε: «Πατέρα μας κάνε με ταύρο του ουρανού για να καταστρέψω τον Γκιλγκαμές. Φούσκωσε, σε παρακαλώ, τον Γκιλγκαμές με περηφάνια, για την καταστροφή του. Μα αν αρνηθείς να με κάνεις ταύρο του Ουρανού θα σπάσω τις πόρτες της κόλασης και θα συντρίψω τα μάνταλα. Θα αφήσω ορθάνοικτες τις πόρτες της κόλασης και θα κουβαλήσω τους νεκρούς να φάνε μαζί με τους ζωντανούς». Κι ο Ανού είπε στη μεγάλη Ιστάρ: «Αν κάνω αυτό που επιθυμείς θα έχουμε εφτά χρόνια ξηρασία. Και τότε πια δεν θα καρπίσει το σιτάρι. Έχεις εξασφαλίσει αρκετό καρπό για το λαό και χόρτο για τα ζώα;»
 Κι η Ιστάρ απάντησε: «Έχω εξασφαλίσει καρπό για το λαό και χόρτο για τα ζώα. Για τα εφτά άκαρπα χρόνια υπάρχει αρκετός καρπός και αρκετό χόρτο». Έτσι ο Ανού δημιούργησε τον Ταύρο του Ουρανού για την Ιστάρ, την κόρη του. Κι ο Ταύρος έπεσε στη γη. Με το πρώτο του ρουθούνισμα έσφαξε εκατό ανθρώπους, και διακόσιους, κι ύστερα τριακόσιους και μετά εκατοντάδες άλλοι πέφτανε νεκροί. Στο τρίτο του ρουθούνισμα έπεσε πάνω στον Ενκιντού. Αλλά ο Ενκιντού παραμέρισε, πήδησε πάνω στον Ταύρο και τον άρπαξε από τα κέρατα. Ο Ταύρος του Ουρανού άφρισε στο πρόσωπό του και τον έξυσε με την παχιά του ουρά.
 Ο Ενκιντού φώναξε στο Γκιλγκαμές: "Φίλε μου, καυχηθήκαμε ότι θα αφήναμε αθάνατο όνομα πίσω μας. Λοιπόν, μπήξε το ξίφος σου ανάμεσα στα κέρατα και τον αυχένα". Ο Γκιλγκαμές ακολούθησε τον Ταύρο του Ουρανού, άρπαξε την παχιά του την ουρά και βύθισε το ξίφος του ανάμεσα στα κέρατα και στον αυχένα, και σκότωσε τον Ταύρο. Κι όταν σκότωσαν τον Ταύρο του Ουρανού, έβγαλαν την καρδιά του και την προσφέρανε στο Σαμάς, και ύστερα τα δυο αδέλφια αναπαύτηκαν. Αλλά η Ιστάρ πετάχτηκε και ανέβηκε στο μεγάλο τείχος της Ουρούκ. Βγήκε στον Πύργο και απάγγειλε μια κατάρα: "Κατάρα στον Γκιλγκαμές, που με πρόσβαλε σκοτώνοντας τον Ταύρο του Ουρανού". Όταν ο Ενκιντού άκουσε τούτα τα λόγια, έκοψε το μηρό του Ταύρου, της το πέταξε στο πρόσωπο και είπε: "Αν μπορούσα να απλώσω πάνω σου χέρι, αυτό θα έκανα και σε σένα, και θα σου 'βγαζα τα άντερα από τα πλευρά σου".
 Και τότε η Ιστάρ μάζεψε το λαό της, τις χορεύτριες και τις τραγουδίστριες, τις πόρνες και τις μεγάλες πόρνες του ναού. Και άρχισε θρήνους πάνω από το μηρό του Ταύρου του Ουρανού. Μα ο Γκιλγκαμές φώναξε τους χαλκιάδες και τους οπλοποιούς, όλοι μαζί. Και κείνοι θαύμασαν το μέγεθος των κεράτων του Ταύρου. Τα έσταζαν με λαζουρίτη δύο δάκτυλα παχύ. Και το κάθε κέρατο ζύγιζε τριάντα λίβρες το καθένα και περιείχαν έξι μέτρα λάδι που το πρόσφερε στο Θεό προστάτη του, τον Λουγκουλμπάντα. Τα κέρατα τα πήγε στο παλάτι και τα κρέμασε στον τοίχο. Ύστερα έπλυνε τα χέρια του στον Ευφράτη, αγκαλιάστηκαν με τον Ενκιντού και έφυγαν. Περιφέρονταν μέσα στους δρόμους της Ουρούκ, και βγήκαν οι ήρωες της πόλης να τους δουν. Ο Γκιλγκαμές φώναξε τις τραγουδίστριες: "Ποιός είναι ο πιο ένδοξος από τους ήρωες; Ποιός είναι ο πιο ένδοξος από τους ήρωες, ο Γκιλγκαμές είναι ο πιο έξοχος από τους ανθρώπους".
 Και ακολούθησε γιορτή και γέμισε χαρά η πλατεία μέχρι που οι ήρωες πήγαν στα κρεβάτια τους να αναπαυθούν. Κι ο Ενκιντού έπεσε κι αυτός να κοιμηθεί. Και είδε ένα όνειρο. Πετάχτηκε από το κρεβάτι του και διηγήθηκε το όνειρό του στον αδελφό του: "Ω φίλε μου, γιατί οι μεγάλοι θεοί μαζεύτηκαν σε συμβούλιο;". Κι όταν ξημέρωσε η μέρα είπε στον Γκιλγκαμές: "Άκουσε το όνειρο που είδα χτες τη νύχτα. Όλοι οι Θεοί, ο Ανού, ο Ενλίκ, ο Εά, ο Σαμάς, μαζεύτηκαν σε ένα συμβούλιο. Και ο Ανού είπε στον Ενλίλ: Επειδή σκότωσαν τον Ταύρο του Ουρανού και σκότωσαν και τον Χουμπαμπά ένας από τους δυο πρέπει να πεθάνει, κι ας είναι αυτός που γύμνωσε τα βουνά από τα κέδρα". Κι ο Ενλίλ είπε: "Ο Ενκιντού πρέπει να πεθάνει, ο Γκιλγκαμές δεν θα πεθάνει". Κι ύστερα ο ένδοξος Σαμάς, απάντησε στον ήρωα Ενλίλ: "Σκότωσαν με δική μου εντολή τον Ταύρο του Ουρανού και τον Χουμπαμπά. Και πρέπει γι' αυτό να πεθάνει ο Ενκιντού ενώ είναι αθώος;". Κι ο Ενλίλ λύσσαξε εναντίον του Σαμάς: "Εσύ κάθε μέρα πηγαίνεις κάτω εκεί και κουβεντιάζεις μαζί τους σαν ένας απ' αυτούς!". Κι ο Ενκιντού αρρώστησε και έπεσε μπροστά στο Γκιλγκαμές.
Τα δάκρυά του τρέξανε ποτάμι. Κι ο Γκιλγκαμές του είπε: "Ω αδελφέ μου, ω αγαπημένε μου αδελφέ, γιατί σε παίρνουν από μένα;". Κι ύστερα ξανάπε: "Πρέπει να κάτσω έξω από την πόρτα των φαντασμάτων των νεκρών και ποτέ πια να μην ξαναδώ τον αγαπημένο μου αδελφό;". Ενώ ο Ενκιντού ήταν ξαπλωμένος κάτω, από την αρρώστια του, καταριότανε την Πύλη του Δάσους σα να ήταν κάτι από ζωντανές σάρκες: "Εσύ που φαινόσουν ότι ήσουν από συνηθισμένο ξύλο και που σε θαύμαζα από είκοσι λεύγες μακριά και πριν να δω τον πυργοειδή κέδρο, εσύ που το ύψος σου ήταν εβδομήντα δυο κυβικά και είκοσι τέσσερα κυβικά το πλάτος, εσύ που το στήριγμά σου, η αμπάρα σου και το κατώφλι σου ήταν τέλεια, εσύ που σ' είχαν φτιάξει τεχνίτες της Νιππούρ, της ιερής πόλης του Ενλίλ, αν γνώριζα το νόημά σου, αν γνώριζα πως η λαμπρότητά σου θα μου κόστιζε τη ζωή, θα είχα σηκώσει το τσεκούρι μου και θα σε κομμάτιαζα σαν ξύλινο μεσοτοίχι. Ποτέ δεν θα σε άγγιζα με το χέρι μου".
Ύστερα καταράστηκε τον κυνηγό με την πόρνη. "Καταριέμαι τον κυνηγό που με παγίδεψε. Κυνήγι να μην πιάνεται στα δίκτυα του, κι απ' την καρδιά του να σβηστεί κάθε πόθος". Κι ύστερα καταράστηκε την πόρνη: "Όσο για σένα, γυναίκα, καθορίζω αιώνια την τύχη σου. Σε καταριέμαι με τη μεγάλη κατάρα. Ακόρεστος πόθος να σε κυριαρχεί. Σπίτι σου να γίνουνε οι δρόμοι. Τη σκιά των τειχών να κάνεις κρεβάτι σου. Μεθυσμένοι και ξεμέθυστοι ίδια να σου φιλούν τα μάγουλά σου". Όταν ο Σαμάς άκουσε τα λόγια του Ενκιντού του φώναξε από τον ουρανό: "Ενκιντού, γιατί καταριέσαι τη γυναίκα, τη δασκάλα που σε δίδαξε να τρως το ψωμί που έχει γίνει για τους Θεούς και να πίνεις το κρασί των βασιλιάδων; Αυτή που σου φόρεσε ένα υπέροχο ένδυμα, δεν σου έδωσε για σύντροφο τον ένδοξο Γκιλγκαμές κι ο Γκιλγκαμές δεν είναι ο πραγματικός σου αδελφός; Δεν σε έβαλε να κοιμηθείς σε βασιλικό κρεβάτι και να ξαπλώνεις αναπαυτικά στ' αριστερά του; Δεν έκανε τους ηγεμόνες της γης να σου φιλούν τα πόδια και τώρα όλος ο λαός της Ουρούκ δεν κλαίει και δεν θρηνεί για σένα; Όταν θα πεθάνει, ο Γκιλγκαμές θα αφήσει για χάρη σου τα μαλλιά του να μεγαλώσουν, θα φορέσει ένα τομάρι από λιοντάρι και θα περιφέρεται στην ερημιά".
 Όταν ο Ενκιντού άκουσε τον ένδοξο Σαμάς η θυμωμένη του καρδιά ηρέμησε. Ανακάλεσε την κατάρα και είπε για την πόρνη: "Άνθρωπος να μη σε περιφρονήσει κι ειρωνικά να μην αγγίσει τους μηρούς σου. Βασιλιάδες, ηγεμόνες και ευγενείς να σε ερωτεύονται. Ο γέρος να κουνάει τα γένια του όταν σε βλέπει κι ο νέος τη ζωή του να δίνει. Για σένα χρυσάφι και καρνέλια και λαζουρίτη να σωριάζουνε στο δυνατό σου σπίτι. Για χάρη σου τη σύζυγο και τη μάνα των εφτά παιδιών τους να ξεχνάνε. Κι οι ιερείς το δρόμο να σ' ανοίγουνε στην παρουσία των Θεών". Ο Ενκιντού αποκοιμήθηκε μέσα στην αρρώστια του και άνοιξε την καρδιά του στον Γκιλγκαμές: "Την περασμένη νύχτα ονειρεύτηκα ξανά, φίλε μου. Θρηνούσαν οι ουρανοί κι ανταπαντούσε η γη. Στεκόμουν ολομόναχος μπροστά σ' ένα τρομερό ον.
 Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, σαν το μαύρο πουλί της τρέλας. Χίμηξε κατά πάνω μου με τα αετίσια του νύχια και γρήγορα με έπιασε με ξέσχισε με τα νύχια του και τα φτερά του, μέχρι που με απόκαμε. Και ύστερα με μεταμόρφωσε σε τέτοιο σημείο, που τα χέρια μου έγιναν φτερούγες και σκεπάστηκαν με φτερά. Ύστερα κάρφωσε πάνω μου το διαπεραστικό του βλέμμα και με έσυρε μακριά, στο βασίλειο της Ιρκάλα, της βασίλισσας της σκοτεινιάς στο σπίτι απ' όπου κανείς απ' όσους μπαίνουν δεν ξαναγυρίζει, στο δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Εκεί είναι το σπίτι όπου οι άνθρωποι ζουν στη σκοτεινιά.
 Τροφή τους είναι η σκόνη και κρέας τους η λάσπη. Είναι ντυμένοι σαν τα πουλιά κι έχουν φτερά για κάλυμμα. Φως ποτέ δεν βλέπουνε και μένουν στα σκοτάδια. Μπήκα στο σπίτι της σκόνης και είδα τους βασιλιάδες της γης, με πεταμένα απ' το κεφάλι τους τα στέμματα, για πάντα. Είδα κυβερνήτες και ηγεμόνες κι όλους όσους κάποτε φορούσαν βασιλικά στέμματα και κυβερνούσαν τον κόσμο σε παλιότερες εποχές. Όλοι αυτοί που έζησαν στα παλάτια των θεών, του Ανού και του Ενλίλ, στέκονται τώρα υπηρέτες να σερβίρουνε ψημένα κρέατα στο σπίτι της σκόνης, να κουβαλούν μαγειρεμένα φαγιά και δροσερό νερό με το ασκί. Στο σπίτι της σκόνης που μπήκα υπήρχαν μεγάλοι ιερείς, ιερείς και βοηθοί τους, μάγοι, ιερείς και ιερείς που εκστασιάζονται. Υπήρχαν υπηρέτες του ναού, κι ακόμα εκεί βρισκόταν κι ο Ετάνα, ο βασιλιάς του Κις, που τον μετέφερε αητός στους ουρανούς τον παλιό καιρό. Είδα επίσης τον Σαμουκάν, το θεό των κτηνών. Εκεί ήταν και η Ερεσκιγκάλ, η βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Μπροστά της καθόταν οκλαδόν ο  Μπελίτ‐Σερ, αυτός που κρατάει τα κατάστιχα των θεών και το βιβλίο των θανάτων. Η Ερεσκιγκάλ κρατούσε μια πινακίδα από την οποία διάβαζε. Σήκωσε το κεφάλι της, με κοίταξε και είπε: "Ποιός τον έφερε αυτόν εδώ;". Και τότε ξύπνησα σαν άνθρωπος που στέγνωσε το αίμα του και που πλανιέται ολομόναχος σε χώρο από καμένα βούρλα, σαν κάποιος που τον έπιασε ο επιστάτης και η καρδιά του είναι πλημμυρισμένη από τρόμο. Ω αδελφέ μου, όταν πεθάνω πάρε κάποιον μεγάλο ηγεμόνα ή κάποιον άλλο ή πάρε κάποιον Θεό να στέκεται στην πόρτα σου. Και άφησέ τον να σβήσει το δικό μου όνομα και να γράψει το δικό του". Ο Ενκιντού είχε βγάλει τα ρούχα του και τινάχτηκε κάτω. Κι ο Γκιλγκαμές άκουγε τα λόγια του κι έκλαιγε με δάκρυα, ο Γκιλγκαμές τον άκουγε κι έχυνε βρύση τα δάκρυά του, άνοιξε το στόμα του και είπε στον Ενκιντού: "Ποιός υπάρχει μέσα στην Ουρούκ με τα πανίσχυρα τείχη που να μπορεί να σου μοιάζει στη σοφία; Παράξενα πράγματα ειπώθηκαν. Γιατί μιλάς τόσο παράξενα; Το όνειρο ήταν θαυμάσιο, αλλά ο τρόμος ήταν μέγας. Πρέπει να αποθησαυρίσουμε το όνειρο ανεξάρτητα από τον τρόμο. Γιατί το όνειρο δείχνει πως η δυστυχία έρχεται και στο γερό άνθρωπο και πως γεμάτο λύπη είναι το τέλος της ζωής". Και θρήνησε ο Γκιλγκαμές: "Και τώρα πρέπει να παρακαλέσω τους Θεούς, γιατί ο φίλος μου είδε ένα τόσο δυσοίωνο όνειρο". Την ημέρα που ο Ενκιντού είδε το όνειρο έκλεισε κι αυτός καταθλιμμένος κείτονταν άρρωστος. Μια ολόκληρη μέρα κείτονταν στο κρεβάτι του. Κι ύστερα μια δεύτερη και μια τρίτη ημέρα αύξησαν τα βάσανά του. Δέκα ημέρες ήταν ξαπλωμένος και αύξαιναν διαρκώς τα βάσανά του. Και έντεκα και δώδεκα ημέρες έμεινε στο κρεβάτι του πόνου. Και τότε φώναξε στο Γκιλγκαμές: "Φίλε μου, η μεγάλη θεά με καταράστηκε και πρέπει να πεθάνω ντροπιασμένος. Δεν θα πεθάνω σαν άντρας που πέφτει στη μάχη. Φοβήθηκα να πάω στη μάχη. Κι όμως ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που πέφτει πολεμώντας, ενώ εγώ πεθαίνω σε ντροπή". Κι ο Γκιλγκαμές έκλαψε πάνω από τον Ενκιντού. Με το πρώτο φως της αυγής ύψωσε τη φωνή του και είπε στους συμβουλάτορες της Ουρούκ: Ακούστε με μεγάλοι της Ουρούκ, θρηνώ τον Ενκιντού, το φίλο μου, βαριά στενάζω σα γυναίκα που θρηνεί, κλαίω τον αδελφό μου. Ε! Ενκιντού, τ' αγριογάιδουρο κι η γαζέλα που στάθηκαν πατέρας σου για μένα και τα τετράποδα που βόσκαγαν μαζί σου θρηνούν για σένα. Του κάμπου και των λιβαδιών τ' αγρίμια, οι δρόμοι μες στ' αγαπημένο σου κεδρόδασο νύχτα και μέρα μουρμουρίζουν. Και ο μεγάλος της τειχόκλειστης Ουρούκ θρηνεί για σένα το δάχτυλο της ευλογίας τεντώνεται σε θρήνο. V Ενκιντού, αδελφέ μου, τσεκούρι ήσουν στα πλευρά μου κι η δύναμή μου, το ξίφος που 'σερνα στη ζωή μου κι η ασπίδα που 'μπαινε μπροστά μου φανταχτερό μου ένδυμα, το λαμπρό στολίδι. Άκουσε, γύρω όλη η χώρα αντηχεί σα μια μητέρα που θρηνεί. Τα μονοπάτια που διαβήκαμε μαζί, θρηνούν, κι ο πάνθηρας, κι ο τίγρης και τ' αγρίμια που κυνηγήσαμε μαζί και το λιοντάρι, το ελάφι, η λεοπάρδαλη, ο αίγαγρος, ο ταύρος κι η ελαφίνα. Και το βουνό που το ποτίσαμε και σφάξαμε το φύλακά του θρηνεί για σένα. Και ο Ουλά, ποτάμι του Ελάμ και ο αγαπητός μας ο Ευφράτης απ' όπου παίρναμε νερό για τα ασκιά μας και οι πολεμιστές της τειχογύριστης Ουρούκ, της πόλης όπου σκότωσες τον Ταύρο του Ουρανού, θρηνούν για σένα. Κι όλοι της Εριντού οι άνθρωποι θρηνούν για σένα Ενκιντού. Κι οι θεριστές κι οι ζευγολάτες που κουβαλούσανε καρπό για σένα τώρα για σένανε θρηνούν. Κι η πόρνη, που με λάδι ευωδιαστό σε άλειψε κλαίει πικρά για σένα τώρα. Κι οι υπηρέτες που μ' αρώματα σ' αλείψανε το σώμα θρηνούν για σένα τώρα. Του παλατιού οι γυναίκες που τη σύζυγο σου 'φερναν με της δικής σου εκλογής το δαχτυλίδι, κλαίνε πικρά για σένα τώρα. Κι οι νιοι που στάθηκαν αδέλφια σου, σα να 'τανε γυναίκες, ακούρευτα αφήσανε σε πένθος τα μαλλιά τους. Τύχη κακή με έχει καταστρέψει. Μικρέ μου αδελφέ, Ενκιντού, αγαπημένε φίλε, γιατί ο ύπνος τούτος σε κρατεί; Χάθηκες μες στην ερημιά και δε μπορείς ν' ακούσεις. Ακούμπησε το χέρι στην καρδιά του, αλλά η καρδιά του δεν χτυπούσε πια, ούτε και άνοιξε ξανά τα μάτια του.
 Όταν ο Γκιλγκαμές ακούμπησε το χέρι του στην καρδιά του δεν χτυπούσε πια. Κι ο Γκιλγκαμές τον σκέπασε με πέπλο, σαν εκείνο που ρίχνουν στη νύφη. Κι άρχισε να ωρύεται με λύσσα, σαν το λιοντάρι και σαν τη λέαινα που της πήραν τα μικρά της. Κι έτσι θρηνώντας στριφογύριζε, γύρω στο κρεβάτι του φίλου του, τραβούσε τα μαλλιά του και τα σκορπούσε ένα γύρω. Ξέσχισε τα λαμπρά του φορέματα και τα πέταξε κάτω σα να ήσαν βρώμικα παλιοπράγματα. Με το πρώτο φως της αυγής ο Γκιλγκαμές άρχισε να φωνάζει: "Σ' έβαλα να κοιμηθείς σε βασιλικό κρεβάτι και να αναπαύεσαι σε κάθισμα στ' αριστερά μου. Και οι ηγεμόνες της γης σου φιλούσαν τα πόδια. Θέλω να κάνω όλο το λαό της Ουρούκ να θρηνεί για σένα και να αρχίσει τα μοιρολόγια. Κι όταν θα έχεις μπει μέσα στη γη, για σένανε θ' αφήσω τα μαλλιά μου να μεγαλώσουν. Και μες τις ερημιές θα τριγυρνώ, φορώντας τομάρι λιονταριού". Και την επόμενη ημέρα με τα χαράματα, ο Γκιλγκαμές άρχισε τους θρήνους. Εφτά ημέρες και εφτά νύχτες έκλαιγε για τον Ενκιντού, μέχρι που έπεσαν τα σκουλήκια στο σώμα του. Και μόνο τότε τον έθαψε, γιατί ο Αννουνάκι, ο κριτής τον είχε πάρει πια. Και τότε ο Γκιλγκαμές έβγαλε μια διακήρυξη σ' όλη τη χώρα, που καλούσε να μαζευτούν από παντού οι χαλκιάδες, οι χρυσοχόοι και οι λιθοδουλευτές. Και τους διέταξε: "Να φτιάξετε  άγαλμα στο φίλο μου". Και το άγαλμα το φτιάξανε με βαρύ λαζουρίτη στα στήθη και με χρυσό στο κορμί. Ύστερα τοποθέτησε ένα τραπέζι από σκληρό ξύλο και πάνω του έβαλε ένα δοχείο από λαζουρίτη γεμάτο βούτυρο. Κι αυτά τα πρόσφερε στο Θεό Ήλιο. Και κλαίγοντας έφυγε.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Β Μερος  ΕΔΩ


Πηγή

Αν σας άρεσε το θέμα κάντε ένα "Like" και κοινοποιήστε το στους Φίλους σας...!


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου