Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Το Έπος του Gilgamesh  Mερος 1ον

 Το Έπος του Γκιλγκαμές είναι ένα επικό ποίημα από την περιοχή της Βαβυλωνίας κι αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό λογοτεχνικό έργο. Πρόκειται για τη συλλογή θρύλων και ποιημάτων των Σουμερίων για τον Γκιλγκαμές, μυθολογικό ή/και ιστορικό πρόσωπο που θεωρείται ότι έζησε την τρίτη χιλιετία π.Χ. Το Έπος του Γκιλγκαμές περιλαμβάνει και τον περίφημο μύθο του Κατακλυσμού των Σουμερίων, με ήρωα τον Ουτναπιστίμ...

Η βασική ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη σχέση φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βασιλιά Γκιλγκαμές και τον Ενκίντου, έναν ημιάγριο άνθρωπο που γίνεται φίλος του βασιλιά και μαζί αναλαμβάνουν ριψοκίνδυνες αποστολές, ενώ δίνει μεγάλη σημασία και στο συναίσθημα απώλειας που διακατέχει τον Γκιλγκαμές μετά το θάνατο του Ενκίντου. Η υποτιθέμενη περίοδος βασιλείας του Γκιλγκαμές πιστεύεται πως ήτανε περίπου το 2500 π.Χ., 400 χρόνια νωρίτερα από τις αρχαιότερες γραπτές πηγές. Ωστόσο, η ανακάλυψη αρχαιολογικών ευρημάτων που συνδέονται με το βασιλιά Άγκα της πόλης Κις, ο οποίος αναφέρεται μες στο έπος, αποτελούν ενδείξεις πως ίσως να ʹτανε κι ιστορικό πρόσωπο. Η εντεκάτη πινακίδα από το έπος του Γκιλγκαμές αναφέρεται στο μύθο του Κατακλυσμού, ο οποίος αντλεί τα περισσότερα στοιχεία από το Έπος του Ατραχάσις. Κάποιες φορές προσέθεταν και μια δωδέκατη πινακίδα στο υπόλοιπο έπος, που αποτελούσε τη συνέχεια της εντεκάτης, αλλά σίγουρα ήταν μεταγενέστερη από τις υπόλοιπες, καθώς έχει διαφορετικό στυλ γραφής και δεν ακολουθεί την αλληλουχία των υπόλοιπων πινακίδων.

 ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΡΟΥΚ
 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
 Ω!, Γκιλγκαμές, άρχοντα της Κουλάμπ, μεγάλη είναι η δόξα σου. Στάθηκε ο άνθρωπος που γνώριζε τα πάντα. Ήταν ο βασιλιάς που γνώριζε του κόσμου όλες τις χώρες. Ήταν σοφός, είδε τα μυστήρια και γνώριζε τα απόκρυφα, μας έφερε μια ιστορία για την πριν από τον κατακλυσμό εποχή. Έκανε ένα πολύ μεγάλο ταξίδι. Κουράστηκε, ταλαιπωρήθηκε και ξαναγύρισε στον τόπο του, για να γράψει σε μια πέτρα όλη του την ιστορία.
 Όταν οι θεοί δημιούργησαν τον Γκιλγκαμές, του έδωσαν τέλειο σώμα. Ο Σαμάς, ο ένδοξος ήλιος, τον προίκισε με ομορφιά, ο Αντάντ, ο θεός της θύελλας, τον προίκισε με θάρρος. Οι μεγάλοι θεοί έκαναν τόσο τέλεια την ομορφιά του, που όμοιά της άλλη να μην υπάρχει. Τον έκαναν κατά τα δύο τρίτα Θεό και κατά το ένα τρίτο άνθρωπο.
 Στην Ουρούκ έκτισε τείχη, ένα μεγάλο οχυρωματικό έργο και τον ευλογημένο ναό του Εαννά, για το θεό του στερεώματος, τον Ανού και για την Ιστάρτη θεά του έρωτα. Και το Ιερό αυτό μπορεί να το δεις ακόμα και τώρα. Το εξωτερικό τείχος έμοιαζε με εξωτερική κορνίζα και έλαμπε με τη λάμψη του χαλκού και το εσωτερικό τείχος δεν έχει το όμοιό του. Αναρριχήσου στα τείχη επάνω της Ουρούκ! Περπάτησε κατά μήκος τους. Κοίταξε τα θεμέλια της ταράτσας και εξέτασε και το χτίσιμό τους. Δεν είναι από ψημένα κι ωραία τούβλα; Τα θεμελίωσαν οι εφτά σοφοί.

1. Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΚΙΝΤΟΥ
 Ο Γκιλγκαμές περιηγήθηκε τον κόσμο, αλλά πουθενά δεν συνάντησε κανένα που να μπορεί να αντισταθεί στα μπράτσα του, μέχρι που ξαναγύρισε στην Ουρούκ. Και οι άντρες της Ουρούκ μουρμούριζαν στα σπίτια τους: «Ο Γκιλγκαμές ηχεί τα σήμαντρα για το κέφι του. Η περηφάνια του ξεπερνάει και την ημέρα και τη νύχτα. Κανένας δεν πρόκειται να μείνει με τον πατέρα του. Όλους θα τους πάρει ο Γκιλγκαμές. Ο βασιλιάς πρέπει να είναι ο ποιμένας του λαού του. Ο πόθος του ο σεξουαλικός, παρθένα δεν αφήνει στον εραστή της, ούτε την κόρη του πολεμιστή, ούτε και τη γυναίκα του αριστοκράτη.
 Κι ακόμα ο Γκιλγκαμές είναι ο σοφός, ο λεβεντόκορμος κι αποφασιστικός της πόλης μας ποιμένας». Οι Θεοί ακούσανε τους θρήνους τους. Και οι θεοί των ουρανών φωνάξανε στον κυρίαρχο της Ουρούκ, στον Ανού, το θεό της Ουρούκ: «Μια θεά τον έκανε δυνατό σαν τον άγριο ταύρο και κανένας δεν μπορεί να αντισταθεί στα μπράτσα του. Αρσενικό παιδί δεν έμεινε με τον πατέρα του. Τα πήρε όλα ο Γκιλγκαμές. Είναι αυτός ο βασιλιάς και ο ποιμένας του λαού του; Ο πόθος του ο σεξουαλικός παρθένα δεν αφήνει στον εραστή της, ούτε την κόρη του πολεμιστή, ούτε τη γυναίκα του αριστοκράτη».
Όταν ο Ανού άκουσε τους θρήνους των θεών, φώναξε την Αρουρού, τη θεά της δημιουργίας: «Εσύ που τον δημιούργησες, Αρουρού, βρες τώρα και τον δεύτερό του, μια θυελλώδικη καρδιά για μια άλλη θυελλώδικη καρδιά. Και βάλε τους να παλεύουν μεταξύ τους για να ησυχάσει η Ουρούκ». Και η θεά συνέλαβε μια εικόνα στο μυαλό της. Κι ήταν η εικόνα από την ίδια την ουσία του Ανού, του θεού του στερεώματος. Βούτηξε τα χέρια της μέσα στα νερά και ανέσυρε από μέσα λάσπη. Και άφησε τη λάσπη αυτή να πέσει μες στην ερημιά. Και έτσι δημιουργήθηκε ο έξοχος ο Ενκιντού. Και είχε μέσα του τις αρετές του θεού του πολέμου, του ίδιου του Νινούρτα.
Το σώμα του ήτανε τραχύ κι είχε μαλλιά μακριά σαν της γυναίκας. Και κυμάτιζαν σαν τα μαλλιά της Νισαμπά, της θεάς του σιταριού. Το σώμα του ήταν μαλλιαρό σαν του Σαμουκάν, του θεού των κοπαδιών. Κι ήταν αμόλευτος από την κοινωνία και τίποτα δεν γνώριζε από τις περιοχές που τις καλλιεργούν.
 Ο Ενκιντού έτρωγε χλόη στους λόφους, συντροφιά με τη γαζέλα. Και στις νεροσυρμές συναγωνιζόταν αντάμα με τα άγρια θηρία. Χαιρόταν το νερό με τα κοπάδια των άγριων ζώων. Μα φάνηκε ένας κυνηγός που έστηνε παγίδες. Και κάποια μέρα βρέθηκε μπροστά του, στο πηγάδι που έπινε νερό, γιατί τα άγρια ζώα είχαν μπει στη χώρα του. Τρεις ημέρες ανταμώνανε πρόσωπο με πρόσωπο και ο κυνηγός πάγωνε από το φόβο του. Γύρισε στο σπίτι του με το κυνήγι που είχε πιάσει, βουβός και μουδιασμένος από το φόβο. Το πρόσωπό του ήταν αλλοιωμένο και έμοιαζε με κείνον που τσακίστηκε από μακρινό ταξίδι. Και με το φόβο στην καρδιά, μίλησε στον πατέρα του: «Υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν μοιάζει με τους άλλους. Τον είδα που κατέβαινε από τα βουνά. Είναι ο πιο δυνατός στον κόσμο∙ φαίνεται νάναι αθάνατος από τους ουρανούς.
Ζει πάνω στα βουνά, αντάμα με τα άγρια ζώα και βόσκει χλόη. Μπαίνει στη χώρα σου και φτάνει μέχρι τα πηγάδια. Τρόμαξα και δεν τολμώ να τον πλησιάσω. Γεμίζει τις τρύπες που κάνω και χαλάει τις παγίδες που στήνω για κυνήγι. Βοηθάει και τα ζώα για να αποφεύγουν τις παγίδες και έτσι μου ξεφεύγουν». Κι ο πατέρας του άνοιξε το στόμα του και είπε στον κυνηγό: «Παιδί μου, στην Ουρούκ ζει ο Γκιλγκαμές. Κανένας μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να τον νικήσει. Είναι δυνατός σαν άστρο του ουρανού. Πήγαινε στην Ουρούκ, βρες τον Γκιλγκαμές και παίνεψε τη δύναμη αυτού του αγριανθρώπου. Ζήτησέ του να σου δώσει μια πόρνη από το ναό του Έρωτα, μια κόρη της απόλαυσης. Γύρνα μαζί της κι άφησέ την με τη γυναικεία δύναμη να αποδυναμώσει αυτόν τον άνθρωπο. Κι όταν την επομένη θα ξανάρθει στο πηγάδι για να πιει νερό, θα την αγκαλιάσει και τότε τ' άγρια ζώα θα τον αποβάλουν από τη συντροφιά τους». Κι έτσι ο κυνηγός ταξίδεψε στην Ουρούκ και παρουσιάστηκε στον Γκιλγκαμές, λέγοντάς του: «Ένας άνθρωπος, που δεν μοιάζει με τους άλλους, περιφέρεται στα λιβάδια. Και είναι δυνατός σαν άστρο τ' ουρανού και φοβάμαι να τον πλησιάσω. Βοηθάει τ' αγρίμια να ξεφεύγουν από τις παγίδες μου. Τρύπωνα στις λακκούβες που κάνω και μου χαλάει τις παγίδες». Κι ο Γκιλγκαμές, του είπε: «Κυνηγέ, πήγαινε πίσω, πάρε μαζί σου μια πόρνη, μια κόρη της απόλαυσης. Στην πηγή θα την αγκαλιάσει και τα άγρια ζώα θα τον αποβάλουν». Κι ο κυνηγός ξαναγύρισε, σέρνοντας μαζί του μια πόρνη. Ύστερα από ταξίδι εφτά ημερών έφτασε στην πηγή και κάθισαν. Η πόρνη κι ο κυνηγός κοιτάχτηκαν και περίμεναν να φτάσει το θήραμα. Την πρώτη και τη δεύτερη μέρα οι δυο τους περίμεναν, αλλά την τρίτη ημέρα έφτασε η αγέλη. Ήρθε για να πιει νερό. Και μαζί της ήταν και ο Ενκιντού.
 Τα μικρά άγρια πλάσματα του κάμπου χάρηκαν για το νερό που ήπιαν και μαζί τους χάρηκε και ο Ενκιντού, που έβοσκε στη χλόη μαζί με τη γαζέλα που είχε γεννηθεί στα βουνά. Ο κυνηγός είπε στην πόρνη: «Νάτος! Τώρα, γυναίκα, γύμνωσε τα στήθια σου χωρίς ντροπή και χωρίς καθυστέρηση προκάλεσέ του τον έρωτα. Άφησέ τον να δει το γυμνό σου σώμα, άφησέ τον να κατακτήσει το κορμί σου. Όταν σε πλησιάσει γυμνώσου και ξάπλωσε μαζί του. Δίδαξε στον άγριο άνθρωπο την τέχνη της γυναίκας, γιατί όταν θα του ανάψεις τον έρωτα και θα τον σύρεις πλάι σου, τα άγρια ζώα που ζούνε μαζί του στα βουνά θα τον αποβάλουν από τη συντροφιά τους». Και η πόρνη δεν ντράπηκε να τον πλησιάσει. Γυμνώθηκε και του ερέθισε τον πόθο, του υποκίνησε τον άγριο του έρωτα και του δίδαξε την τέχνη της γυναίκας. Έξι ημέρες κι εφτά νύχτες ήσαν αγκαλιά. Και ο Ενκιντού ξέχασε την κατοικία του στο βουνό. Αλλά όταν χόρτασε τον έρωτα, ξαναγύρισε στα άγρια θηρία. Και τότε, μόλις τον είδε η γαζέλα, έφυγε τρέχοντας μακριά του. Όταν τον είδαν τα άγρια ζώα, έφυγαν κι αυτά. Ο Ενκιντού δεν μπορούσε να τα ακολουθήσει, αλλά το σώμα του έμοιαζε νάναι δεμένο με σκοινί, τα γόνατά του λύγισαν όταν έκανε να τρέξει και η γρηγοράδα του είχε εξαφανιστεί. Τώρα, τα άγρια πλάσματα ήταν ήδη μακριά. Ο Ενκιντού άρχισε να αδυνατίζει γιατί μέσα του είχε σοφία και οι σκέψεις του ανθρώπου βρίσκονταν στην καρδιά του. Και έτσι ξαναγύρισε και κάθισε στα πόδια της  γυναίκας και άκουγε υπάκουα ότι του έλεγε: «Είσαι σοφός, Ενκιντού, και τώρα έγινες σχεδόν Θεός. Γιατί θέλεις να τρέχεις στα βουνά με τα αγρίμια; Έλα μαζί μου. Θα σε πάω στην Ουρούκ με τα ισχυρά τείχη, στον ευλογημένο ναό της Ιστάρ και του Ανού, του έρωτα και των ουρανών. Εκεί ζει ο Γκιλγκαμές που είναι δυνατός σαν άγριος ταύρος και κυριαρχεί πάνω στους ανθρώπους». Όταν του είπε όλα αυτά, ο Ενκιντού ευχαριστήθηκε.
 Ποθούσε να βρει ένα σύντροφο, ένα σύντροφο που θα μπορούσε να καταλάβει την καρδιά του: «Έλα γυναίκα, πήγαινέ με σ' αυτόν τον ιερό ναό, στον οίκο του Ανού και της Οστάρ, στον τόπο που κυριαρχεί πάνω στο λαό ο Γκιλγκαμές. Θα τον προκαλέσω σε πάλη και θα φωνάξω δυνατά σ' όλη την Ουρούκ: Είμαι ο πιο δυνατός εδώ και ήρθα για να αλλάξω την παλιά την τάξη. Είμαι αυτός που γεννήθηκε στα βουνά, είμαι ο πιο δυνατός απ' όλους». Και κείνη του είπε: «Ας πάμε λοιπόν και κείνος ας δει το πρόσωπό σου. Ξέρω πολύ καλά που βρίσκεται ο Γκιλγκαμές μέσα στη μεγάλη πόλη της Ουρούκ. Ενκιντού, εκεί οι άνθρωποι φοράνε τα πολυτελή τους ρούχα τις γιορτινές ημέρες. Οι νέοι άντρες και τα κορίτσια έχουν θαυμάσιο παρουσιαστικό. Και τι ωραίο που είναι το άρωμά τους! Όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι βάφουνε τα χείλη τους από τα κρεβάτια τους. Ενκιντού, εσένα που αγαπάς τη ζωή, πρέπει να σου δείξω το Γκιλγκαμές. Είναι άνθρωπος ευτυχισμένος, θα δεις πάνω του να ακτινοβολεί ο ανδρισμός του. Το σώμα του είναι τέλειο σε δύναμη και ωριμότητα. Ποτέ δεν αναπαύεται, ούτε την ημέρα ούτε τη νύχτα. Είναι πιο δυνατός και από σένα και γι' αυτό μην καυχιέσαι.
 Ο Σαμάς, ο ένδοξος ήλιος, έδωσε χάρες στο Γκιλγκαμές και ο Ανού, ο θεός των ουρανών και ο Ενλίλ και ο Εά, ο σοφός, του έδωσαν βαθειά γνώση. Και σου λέω από τώρα πως πριν αφήσεις τον άγριο τόπο ο Γκιλγκαμές θα γνωρίζει από το όνειρό του τον ερχομό σου». Κι ο Γκιλγκαμές σηκώθηκε και πήγε να διηγηθεί το όνειρο του στη μάνα του τη Νινσούν, που ήταν κι αυτή από τους σοφούς θεούς. «Μάνα, την περασμένη νύχτα είδα ένα όνειρο. Ήμουνα πλημμυρισμένος χαρά. Γύρω μου είχαν συγκεντρωθεί οι νέοι ήρωες και περπατούσα μέσα στη νύχτα κάτω από τα άστρα του στερεώματος. Και τότε κάποιος, ένα μετέωρο από την ουσία του Ανού, έπεσε από τον ουρανό. Προσπάθησα να το σηκώσω αλλά ήταν πολύ βαρύ.
Όλοι οι άνθρωποι της Ουρούκ μαζεύτηκαν γύρω για να το δουν∙ οι απλοί άνθρωποι χοροπηδούσαν και οι αριστοκράτες σπρώχνονταν ποιος να του πρωτοφιλήσει τα πόδια. Κι εγώ ένιωσα γι' αυτό το πράγμα έρωτα σαν αυτόν που νιώθει κανένας για γυναίκα. Με βοήθησαν, δυνάμωσα το μέτωπό μου, τον σήκωσα με τα λουριά και τον έφερα σε σένα. Και συ τον αποκάλεσες αδερφό μου». Και τότε η Νινσούν, που είναι προικισμένη με μεγάλη σοφία, είπε στο Γκιλγκαμές: «Αυτό που είδες, αυτό το αστέρι του ουρανού πάνω στο οποίο έσκυψες σαν πάνω σε γυναίκα, αυτός ήταν ο δυνατός σύντροφος, εκείνος που δίνει βοήθεια στους φίλους του που έχουν ανάγκη. Είναι το πιο δυνατό από τα άγρια πλάσματα. Γεννήθηκε στα πράσινα λιβάδια και τον ανάθρεψαν τα άγρια βουνά. Όταν θα τον δεις θα ευχαριστηθείς. Η δύναμή του μοιάζει με τη δύναμη εκείνων που κατοικούν στον ουρανό. Αυτό είναι το νόημα του ονείρου σου». Ο Γκιλγκαμές είπε: «Μάνα, ονειρεύτηκα και ένα άλλο όνειρο. Στους δρόμους της Ουρούκ με τα ισχυρά τείχη βρέθηκε ένα τσεκούρι. Το σχήμα του ήταν παράξενο και γύρω του συνωθούνταν ο λαός. Το είδα και ευχαριστήθηκα. Έσκυψα κι ένιωσα βαθιά έλξη γι' αυτό. Το αγάπησα όπως αγαπάνε μια γυναίκα και το έσυρα προς το μέρος μου».
 Και η Νινσούν του αποκρίθηκε: «Το τσεκούρι που είδες και που σε τράβηξε τόσο δυνατά όσο κι ο έρωτας της γυναίκας, είναι ο σύντροφος που σου δίνω. Και θα έρθει μια δύναμη παρόμοια με κείνη που έχουν όσοι κατοικούν στον ουρανό. Είναι ο γενναίος σύντροφος που σώζει το φίλο του αν παραστεί ανάγκη».
 Κι ο Γκιλγκαμές είπε στη μάνα του: «Τον κλήρο μου τον έριξες θα γίνει δικός μου σύντροφος».  Και τώρα η πόρνη είπε στον Ενκιντού: «Όταν σε κοιτάζω μου φαίνεται πώς έγινες θεός. Γιατί πια δεν ποθείς να ξαναγυρίσεις άγριος με τα άγρια ζώα στο βουνό. Σήκω, λοιπόν, από τη γη που είναι κρεβάτι του τσοπάνη». Κι εκείνος άκουσε προσεκτικά τα λόγια της. Η συμβουλή που τούδωσε ήταν καλή. Μοίρασε τα ρούχα της στα δυο. Με τα μισά έντυσε τον Ενκιντού και με τα άλλα μισά ντύθηκε η ίδια. Και κρατώντας τον από το χέρι τον οδήγησε σαν μητέρα στο μαντρί και στα λιβάδια όπου βόσκουν κοπάδια. Και κει μαζεύτηκαν γύρω του όλοι οι τσοπάνηδες για να τον δουν, απλώνοντας μπροστά του ψωμί. Αλλά ο Ενκιντού μονάχα γάλα από τα άγρια ζώα μπορούσε να πιει. Πασπάτεψε το ψωμί, χασμουρήθηκε και στάθηκε αβέβαιος για το τι έπρεπε να κάνει ή για το πως έπρεπε να φάει το ψωμί και να πιει το δυνατό κρασί.
Και τότε η γυναίκα είπε: «Ενκιντού, φάγε ψωμί. Είναι η ουσία της ζωής και πιες και κρασί, γιατί αυτή είναι η συνήθεια του τόπου». Και τότε έφαγε μέχρι που χόρτασε και ήπιε δυνατό κρασί, εφτά γεμάτα κύπελλα. Έγινε εύθυμος∙ η καρδιά του πλημμύρισε από χαρά και έλαμψε το πρόσωπό του. Έκοψε τις τρίχες από το σώμα του και το άλειψε με λάδι. Ο Ενκιντού έγινε άνθρωπος. Και μόλις τον ντύσανε με αντρίκεια ρούχα παρουσιάστηκε σαν γαμπρός. Πήρε και όπλα για να κυνηγάει το λιοντάρι, έτσι που οι τσοπάνηδες μπορούσαν να κοιμούνται τη νύχτα. Έπιασε λύκους και λιοντάρια και οι τσοπάνηδες βρήκαν την ησυχία τους. Γιατί ο Ενκιντού, ο δυνατός άνθρωπος, που αντίπαλος του δεν υπάρχει επαγρυπνούσε. Ζούσε ευχαριστημένος με τους τσοπάνηδες μέχρι την ημέρα που καθώς σήκωσε τα μάτια του είδε να πλησιάζει κάποιος άνθρωπος. Και είπε στην πόρνη: «Γυναίκα, φώναξε αυτόν τον άνθρωπο να έρθει εδώ. Τί θέλει εδώ; Θέλω να μάθω το όνομά του».
 Και κείνη πήγε και προσφώνησε τον άνθρωπο με τούτα τα λόγια: «Άρχοντα για που πηγαίνετε και κάνετε τόσο κουραστικό ταξίδι;» Κι ο άνθρωπος απάντησε στον Ενκιντού: «Ο Γκιλγκαμές μπήκε στον οίκο της Συνέλευσης που δικαιωματικά ανήκει στο λαό. Όλοι μαζεύτηκαν εκεί προειδοποιημένοι από τους ήχους των τυμπάνων για να εκλέξουν τη νύφη, αλλά ο Γκιλγκαμές τους χλευάζει. Παράξενα πράγματα κάνει στην Ουρούκ. Γυρεύει αυτός να πάει πρώτος με τη νύφη, ο βασιλιάς να πηγαίνει πρώτος κι ύστερα να ακολουθεί ο σύζυγος, γιατί αυτό τον διέταξαν οι θεοί στη γέννησή του από τότε που κόπηκε ο ομφάλιος λώρος του. Αλλά τώρα άκουσε, τα τύμπανα ηχούν, για την εκλογή της νύφης και η πόλη στενάζει βαθειά». Στα λόγια αυτά ο Ενκιντού γύρισε με κάτασπρο το πρόσωπο: «Θα πάω στο μέρος απ' όπου ο Γκιλγκαμές κυριαρχεί πάνω στο λαό, θα τον προσκαλέσω σε πάλη και θα βροντοφωνήσω σ' όλη την Ουρούκ: Ήρθα ν' αλλάξω την παλιά τάξη γιατ' είμαι ο πιο δυνατός εδώ». Και τώρα ο Ενκιντού προχώρησε μπροστά και η γυναίκα ακολουθούσε από πίσω. Και μπήκε στην Ουρούκ, σε κείνη τη μεγάλη αγορά. Και όλο το πλήθος συγκεντρώθηκε γύρω από το σημείο που στάθηκε μέσα στο δρόμο της Ουρούκ, με τα ισχυρά τείχη. Οι άνθρωποι σπρώχνονταν μέσα στο δρόμο.
 Κι όπως μιλούσαν γι' αυτόν, έλεγαν: «Είναι φτυστός ο Γκιλγκαμές». «Είναι κοντότερος». «Είναι αυτός που μεγάλωσε πίνοντας γάλα από άγρια θηρία. Είναι η πιο μεγάλη δύναμη». Οι άνθρωποι χάρηκαν: «Τώρα ο Γκιλγκαμές θα βρει τον δάσκαλό του». «Τούτος ο μεγάλος, τούτος ο ήρωας, που η ομορφιά του είναι σαν των θεών, θα γίνει δάσκαλος ακόμα και στο Γκιλγκαμές». Στην Ουρούκ το νυφικό κρεβάτι ήταν έτοιμο έτσι που ταίριαζε στη θεά του έρωτα. Η νύφη περίμενε το γαμπρό, αλλά τη νύχτα ο Γκιλγκαμές την άρπαξε και την πήγε στο σπίτι. Και τότε ο Ενκιντού προχώρησε μπροστά και ανταμώθηκαν με τον Γκιλγκαμές, έξω από την εξώπορτα. Ο Ενκιντού άπλωσε τα πόδια του κι εμπόδισε το Γκιλγκαμές να περάσει στο σπίτι. Κι έτσι αρπάχτηκαν στα χέρια και πάλευαν σαν ταύροι. Έσπασαν τους παραστάτες της πόρτας κι ο τοίχος σείστηκε. Ρουθούνιζαν και κοιτάζονταν σαν ταύροι. Κομμάτιασαν τα πορτόξυλα κι ο τοίχος ξανασείστηκε. Ο Γκιλγκαμές λύγισε το γόνατο, στηρίχτηκε καλά στη γη και με μια  στροφή έριξε κάτω τον Ενκιντού. Και τότε η μανία του κόπασε ξαφνικά. Κι όταν ο Ενκιντού έπεσε είπε στον Γκιλγκαμές. «Άλλος όμοιος στον κόσμο δεν υπάρχει. Η Νινσούν που είναι δυνατή σαν άγριο βόδι στο βουστάσι, είναι η μάνα που σε γέννησε και υψώθηκες έτσι πάνω από τους ανθρώπους και ο Ενλίλ σου έδωσε τη βασιλεία, γιατί η δύναμή σου ξεπερνάει τη δύναμη των ανθρώπων». Και τότε ο Ενκιντού και ο Γκιλγκαμές αγκαλιάστηκαν. Έτσι σφραγίστηκε η φιλία τους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Πηγή

Αν σας άρεσε το θέμα κάντε ένα "Like" και κοινοποιήστε το στους Φίλους σας...!


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου