Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Το Έπος του Gilgamesh  2ο Μερος

2. ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ 
 Ο Ενλίλ των βουνών, ο πατέρας των θεών, καθόρισε την τύχη του Γκιλγκαμές. Κι ο Γκιλγκαμές ονειρεύτηκε και ο Ενκιντού είπε: "Το νόημα του ονείρου είναι αυτό. Ο πατέρας των θεών σου έδωσε τη βασιλεία, αυτή είναι η μοίρα σου, αλλά η μοίρα σου δεν θα σου δώσει και την αιώνια ζωή. Μα μη λυπάσαι γι' αυτό, μαράζι να μην βάλεις στην καρδιά, ούτε και να υποφέρεις. Σου έδωσε δύναμη να δένεις και να λύνεις, να γίνεις το σκοτάδι και το φως της ανθρωπότητας. Σου έχει δώσει υπεροχή πάνω στο λαό, που όμοια δεν υπήρξε ποτέ, νίκες στις μάχες τέτοιες που κανένας δεν γλυτώνει και νίκες στις επιδρομές και στις εφόδους, απ' όπου κανένας δεν ελπίζει να γυρίσει. Μα μην κάνεις κατάχρηση αυτής της δύναμης, να είσαι δίκαιος με τους υπηρέτες σου στο παλάτι και δίκαιος να σταθείς μπροστά στο Σαμάς".

Κι ο άρχοντας Γκιλγκαμές έστρεψε τη σκέψη του προς τη χώρα της Ζωής. Και σκέφτηκε τη χώρα των Κέδρων ο άρχοντας ο Γκιλγκαμές. Και είπε στον υπηρέτη του τον Ενκιντού. Δεν έχω αποτυπώσει το όνομά μου σε κεραμίδι, έτσι όπως το όρισε η τύχη μου. Γι' αυτό και θα πάω στη χώρα που κόβονται τα κέδρα. Θα γράψω το όνομά μου στο μέρος όπου γράφουν τα ονόματά τους οι δοξασμένοι άνθρωποι κι όπου δεν γράφτηκε ακόμα ανθρώπινο όνομα, μνημείο θα υψώσω στους θεούς". Του Ενκιντού τα μάτια πλημμύρισαν δάκρυα και ένοιωσε πόνο στην καρδιά. Η ματιά του έγινε θολή.
 Κι ο Γκιλγκαμές που συνέλαβε τη ματιά του, του είπε: "Φίλε μου, γιατί το βλέμμα σου είναι τόσο θολό;". Κι ο Ενκιντού άνοιξε το στόμα του και είπε: "Είμαι αδύνατος, τα χέρια μου χάσανε τη δύναμή τους και η κραυγή της λύπης με πνίγει στο λαιμό. Γιατί να δώσεις την καρδιά σου σ' ένα τέτοιο εγχείρημα;".
 Κι ο Γκιλγκαμές απάντησε στον Ενκιντού: "Εξ αιτίας του κακού δαίμονα, που είναι σ' αυτή τη χώρα, θα πάμε στο δάσος για να καταστρέψουμε το κακό. Μέσα στο δάσος ζει ο Χουμπαμπά, που το όνομά του σημαίνει "Παμέγιστος", γίγαντας τρομερός". Κι ο Ενκιντού βαθειά στέναξε και είπε: "Tότε που ζούσα ακόμα με τα άγρια ζώα και τριγυρνούσα στην ερημιά, είχα ανακαλύψει το δάσος. Το μήκος του είναι δέκα χιλιάδες λεύγες προς κάθε κατεύθυνση. Ο Ενλίλ έχει ορίσει φύλακα του δάσους το Χουμπαμπά και τον οποίο όπλισε με τους εφτά τρόμους, κι έγινε ο Χουμπαμπά ο τρόμος κάθε σάρκας. Όταν βρυχιέται μοιάζει με χείμαρρο κατεβασμένο, το χνώτο είναι σαν τη φωτιά και οι μασέλες του είναι ο ίδιος ο θάνατος. Και φυλάει τόσο καλά τα κέδρα που και δαμάλα αν ταραχθεί μέσα στο δάσος κι εξήντα λεύγες μακριά, θα το ακούσει. Ποιός άνθρωπος είναι δυνατό να πάει από μόνος του στη χώρα αυτή να περπατήσει και να την εξερευνήσει σε βάθος; Σου λέω πως όποιος πλησιάσει προς τα κει παραλύουν οι δυνάμεις του. Η πάλη με το Χουμπαμπά με καμιά άλλη δεν μπορεί να παραβληθεί. Είναι πολύ δυνατός πολεμιστής, Γκιλγκαμές. Κι ο ύπνος ποτέ δεν πιάνει το παρατηρητήριό του".
Κι ο Γκιλγκαμές αποκρίθηκε: "Που βρίσκεται ο άνθρωπος που θα μπορέσει να αναρριχηθεί στους ουρανούς; Μόνο οι θεοί ζούνε για πάντα με τον ένδοξο Σαμάς. Και όσο για μας, τους ανθρώπους, οι μέρες μας είναι μετρημένες και μια πνοή ανέμου είναι οι απασχολήσεις μας. Όπως κι αν είναι, τρόμαξες κιόλας! Εγώ θα πάω πρώτος, παρόλο που είμαι άρχοντάς σου και θα έπρεπε να προχωράς εσύ και να μου λες: Προχώρησε, τίποτα για να φοβηθείς δεν υπάρχει! Κι αν πέσω θ' αφήσω πίσω μου αθάνατο το όνομά μου.
 Οι άνθρωποι θα λένε: Γκιλγκαμές έπεσε σε σύγκρουση με τον άγριο Χουμπαμπά. Πολύ μετά, όταν στο σπίτι μου θα γεννιέται παιδί, θα του διηγούνται και θα με θυμούνται". Κι ο Ενκιντού ξαναμίλησε στο Γκιλγκαμές: "Άρχοντά μου, αν θες να μπεις στη χώρα αυτή, πήγαινε πρώτα στον ήρωα Σαμάς και πέστο στο θεό Ήλιο, γιατί δική του είναι η χώρα αυτή. Η χώρα όπου κόβονται τα κέδρα ανήκει στο Σαμάς". Κι ο Γκιλγκαμές πήρε ένα κάτασπρο, χωρίς άλλο σημάδι κατσικάκι, κι ένα μαύρο. Τα πήρε στην αγκαλιά του και τα έφερε μπροστά στον Ήλιο.
Πήρε στο χέρι του το ασημένιο σκήπτρο του και είπε στον ένδοξο Σαμάς: "Θα πάω, ω Σαμάς, στη χώρα αυτή, θα πάω. Σε ικετεύω βοήθησέ με να πάνε όλα καλά και να γυρίσω πάλι στις αποβάθρες της Ουρούκ. Μεγάλε θεέ, την προστασία σου γυρεύω και κάνε να βγούνε σε καλό οι οιωνοί!". Κι ο ένδοξος Σαμάς αποκρίθηκε: "Γκιλγκαμές, είσαι δυνατός, αλλά τι σημαίνει για σένα η χώρα της Ζωής;" " Σαμάς, άκουσέ με, άκουσέ με Σαμάς, άφησε τη φωνή μου ν' ακουστεί. Εδώ στην πόλη ο άνθρωπος πεθαίνει από βαριά κατάθλιψη, ο άνθρωπος χάνεται με την απελπισία στην καρδιά. Κοίταξα πάνω από τα τείχη και είδα σώματα να πλέουν στο ποτάμι. Κι αυτή θα είναι και η δική μου τύχη. Στ' αληθινά και τούτο το γνωρίζω καλά, αφού κι ο πιο ψηλός απ' τους ανθρώπους δεν θα μπορέσει για να φτάσει στον ουρανό κι ο πιο τρανός δεν θα μπορέσει με τη γη να αντιπαραβληθεί. Λοιπόν θα μπω σ' αυτή τη χώρα, γιατί ακόμα δεν αποκατάστησα το όνομά μου σε κεραμίδι ψημένο, όπως ορίζει η μοίρα μου. Θα πάω λοιπόν στη χώρα όπου κόβουν τα κέδρα. Θα βάλω το όνομά μου εκεί που έγραψαν τα ονόματα των ενδόξων ανθρώπων. Κι όπου δεν γράφτηκε ανθρώπου όνομα, μνημείο θα υψώσω στους Θεούς". Τα μάτια του πλημμύρισαν με δάκρυα και συνέχισε: "Δυστυχώς είναι μεγάλο το ταξίδι που πρέπει για να κάνω προκειμένου να φτάσω στη χώρα του Χουμπαμπά. Αν δεν πρόκειται να πετύχω σ' αυτήν την επιχείρηση, τότε, γιατί Σαμάς, μου έδωσες αυτή την ακόρεστη επιθυμία να θέλω να το επιχειρήσω; Και πώς είναι δυνατό να πετύχω αν δεν με βοηθήσεις; Αν πεθάνω σ' αυτή τη χώρα, θα πεθάνω χωρίς μνησικακία. Μα αν θα επιστρέψω θα κάνω μια ένδοξη προσφορά και έναν ύμνο στο Σαμάς". Κι έτσι ο Σαμάς δέχτηκε την προσφορά των δακρύων του. Και σαν τον συμπονετικό άνθρωπο του έδειξε συγνώμη. Και υπέδειξε στο Γκιλγκαμές ισχυρούς συμμάχους, παιδιά μιας μάνας και τα τοποθέτησε σε σπηλιές του βουνού.
 Ο μεγάλος άνεμος υπέδειξε: το βοριά, τον ανεμοστρόβιλο, τη θύελλα και την παγωνιά, τη θύελλα και το λίβα. Σαν την οχιά, σαν τους δράκοντες, σαν την πυρκαγιά, σαν το φίδι που παγώνει την καρδιά, σαν τον καταστροφικό κατακλυσμό και σαν τα φλεγόμενα δίκρανα, έτσι έμοιαζαν οι σύμμαχοί του, και χάρηκε ο Γκιλγκαμές. Πήγε στο χαλκιά και του είπε: "Θα δώσω εντολές στους οπλοποιούς. Θα τους βάλουμε να χύσουν τα όπλα μας κι εμείς θα τους επιτηρούμε". Και έδωσαν εντολή στους οπλοποιούς. Και οι μαστόροι κάθισαν κάτω και συζήτησαν. Και πήγαν στο άλσος του κάμπου και κόψανε ιτιές και σιδερόξυλα. Και χύσανε γι' αυτούς τσεκούρια, βάρους εννιά λιβρών. Και ξίφη μεγάλα έχυσαν με λάμες έξι λίβρες η κάθε μια και με λαβές και θήκες από τριάντα λίβρες. Και έχυσαν για το Γκιλγκαμές το τσεκούρι: η "Δύναμη των Ηρώων" και τον εφοδίασαν με τόξο Ανσάμ. Κι οπλίστηκε ο Γκιλγκαμές κι ο Ενκιντού μαζί. Και το βάρος των όπλων που έφερναν ήταν τριάντα λίβρες. Μαζεύτηκε ο λαός κι οι συμβουλάτορες στους δρόμους και στην αγορά της Ουρούκ. Ήρθαν από την πόλη με τα εφτά μάνταλα.
 Ο Γκιλγκαμές μίλησε στην αγορά: "Εγώ ο Γκιλγκαμές πάω να δω εκείνο το πλάσμα, για το οποίο τόσα και τόσα λέγονται και που η φήμη του ονόματός του γεμίζει όλο τον κόσμο. Θα τον κατανικήσω μέσα στο ίδιο του το δάσος, στο δάσος των κέδρων και θα του δείξω τη  δύναμη των παιδιών της Ουρούκ κι όλος ο κόσμος θα το μάθει. Ανάλαβα αυτήν την επιχείρηση: να σκαρφαλώσω στο βουνό, κέδρα να κόψω και πίσω μου ν' αφήσω αθάνατο όνομα". Οι συμβουλάτορες της Ουρούκ, της μεγάλης αγοράς του αποκρίθηκαν: "Γκιλγκαμές, είσαι νέος, το θάρρος σου σε πάει πολύ μακριά, και δεν μπορεί να λογαριάσεις τι σημαίνει αυτή η επιχείρηση. Έχουμε ακούσει ότι ο Χουμπαμπά δεν είναι από τους θνητούς ανθρώπους. Τα όπλα του είναι τέτοια που δεν μπορεί να τους αντισταθεί κανένας. Το δάσος απλώνεται σε έκταση δέκα χιλιάδες λεύγες γύρω ‐ γύρω προς κάθε κατεύθυνση. Ποιός τολμάει να πάει να ερευνήσει τέτοιο βάθος; Όσο για το Χουμπαμπά όταν βρυχιέται μοιάζει με χείμαρρο κατεβασμένο, το χνώτο του είναι φωτιά και οι μασέλες του είναι ίδιες ο θάνατος. Γιατί σε έπιασε μεγάλη επιθυμία να κάνεις τέτοιο πράγμα Γκιλγκαμές; Όταν κανείς παλεύει με το Χουμπαμπά, πάλη που να της μοιάζει δεν υπάρχει". Και ο Γκιλγκαμές σαν άκουσε τούτα τα λόγια των συμβουλατόρων του, κοίταξε το φίλο του και γέλασε: "Τι πρέπει να τους απαντήσω; Πρέπει να πω ότι φοβήθηκα το Χουμπαμπά και ότι από δω και πέρα θα κάτσω στο σπιτάκι μου;"
. Κι ύστερα ο Γκιλγκαμές άνοιξε ξανά το στόμα του και είπε στον Ενκιντού: "Φίλε μου ας πάμε στο Μεγάλο το Παλάτι, στο Εγκαλμάχ και να σταθούμε μπροστά στη βασίλισσα Νινσούν. Η Νινσούν είναι σοφή, με βαθειά γνώση και θα μας συμβουλεύσει για το δρόμο που πρέπει να κάνουμε". Πιάστηκαν από το χέρι και πήγαν μαζί στο Εγκαλμάχ: πήγαν να σταθούν μπροστά στη μεγάλη βασίλισσα την Νινσούν. Ο Γκιλγκαμές πλησίασε, μπήκε στο παλάτι και μίλησε στη Νινσούν: "Νινσούν πρέπει να κάνω ένα μακρινό ταξίδι στη χώρα του Χουμπαμπά. Πρέπει να περάσω από άγνωστο δρόμο και να κάνω μια αλλόκοτη μάχη. Από την ημέρα που θα αναχωρήσω, δεν θα επιστρέψω αν δεν φθάσω στο δάσος των Κέδρων και αν δεν καταστρέψω τον κακό δαίμονα, που τον απεχθάνεται ο Σαμάς.
 Γι' αυτό παρακάλεσε για μένα το Σαμάς". Η Νινσούν μπήκε στο δωμάτιό της, φόρεσε ένα ρούχο κομμένο στο σώμα της, φόρεσε και τα κοσμήματά της, για να κάνει πιο όμορφα τα στήθη της, έβαλε και την τιάρα στο κεφάλι, ενώ τα ρούχα της σέρνονταν στο δάπεδο. Και έτσι τράβηξε για το βωμό του ήλιου, που ήταν πάνω στη σκεπή του παλατιού. Έκαψε θυμίαμα και ύψωσε τα χέρια της προς το Σαμάς καθώς υψωνόταν και ο καπνός: " Σαμάς, γιατί έδωσες αυτή την ανήσυχη καρδιά στο Γκιλγκαμές, το γιο μου; Πες μου γιατί το έκανες αυτό: Τον αναστάτωσες και τώρα είναι έτοιμος για ένα μεγάλο ταξίδι στη χώρα του Χουμπαμπά, θα περάσει από άγνωστο δρόμο και θα κάνει μια αλλόκοτη μάχη. Γι' αυτό και από την ημέρα που θα ξεκινήσει, μέχρι την ημέρα που θα επιστρέψει κι όταν θα φτάσει στο δάσος των Κέδρων κι όταν θα σκοτώσει το Χουμπαμπά και θα καταστρέψει αυτό το δαιμονικό πράγμα, που και συ Σαμάς το απεχθάνεσαι, μην τον λησμονήσεις. Αλλά άφησε την Αυγή, την Αϋά την αγαπημένη σου νύφη να σου το θυμίζει πάντα.
 Κι όταν η ημέρα φεύγει, πέσε στο νυχτοφύλακά σου να τον φυλάει απ' το κακό". Κι ύστερα η Νινσούν, η μάνα του Γκιλγκαμές, αφού εξάντλησε το θυμίαμα, κάλεσε τον Ενκιντού που ήξερε τους εξορκισμούς: "Δυνατέ Ενκιντού, δεν είσαι παιδί από το σώμα μου, αλλά σε δέχτηκα σαν υιοθετημένο μου γιο. Είσαι το άλλο μου παιδί, σαν τα παραπεταμένα, που φέρνουν στο ναό. Υπηρέτησε το Γκιλγκαμές, όπως τα παραπεταμένα παιδιά υπηρετούν με πίστη το ναό, και την ιέρεια που τα μεγάλωσε. Και το δηλώνω αυτό μπροστά στις γυναίκες μου, στους αφιερωμένους στο ναό και στους ιεροφάντες". Ύστερα σαν επιβεβαίωση, πέρασε στο λαιμό του το φυλακτό και του είπε: "Σου εμπιστεύομαι το γιο μου. Να μου τον ξαναφέρεις πίσω ασφαλή". Και ύστερα τους φέρανε τα όπλα. Τους δώσανε στα χέρια τα μεγάλα ξίφη με τις χρυσές τις θήκες, τα τόξα και τις φαρέτρες. Ο Γκιλγκαμές πήρε το τσεκούρι, κρέμασε τη φαρέτρα του και το τόξο του Ανσάν από τον ώμο και έζωσε στη μέση του το ξίφος. Κι έτσι οπλισμένοι ήταν έτοιμοι για το ταξίδι. Τώρα γύρω τους στριμώχνονταν ο λαός και τους είπε: "Πότε θα γυρίσετε  στην πόλη;". Οι συμβουλάτορες ευλογούσαν τον Γκιλγκαμές και τον προειδοποιούσαν: "Να μην έχεις τόση εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου, να είσαι προσεκτικός και συγκρατημένος στα πρώτα σου κτυπήματα. Εκείνος που πάει μπροστά προστατεύει το σύντροφό του.
 Ο καλός οδηγός που γνωρίζει το μέρος θα προστατεύει το φίλο του. Να αφήνεις μπροστά τον Ενκιντού, γιατί αυτός γνωρίζει το δρόμο προς το δάσος. Ο Ενκιντού έχει δει το Χουμπαμπά και ξέρει πώς πολεμάει. Άφησε τον Ενκιντού πρώτον να περάσει στο στενό και βάλε τον να παρακολουθεί άγρυπνα και συ να προσέχεις τον εαυτό σου. Άφησε τον Ενκιντού να προφυλάσσει το φίλο του και να προσέχει το σύντροφό του και σίγουρα να τον περάσει από τις παγίδες του δρόμου. Εμείς οι συμβουλάτορες της Ουρούκ εμπιστευόμαστε το βασιλιά μας σε σένα, ω Ενκιντού. Να μας τον ξαναφέρεις σώο". Κι ύστερα γύρισαν στο Γκιλγκαμές και του ξαναείπαν: "Μακάρι ο Σαμάς τον πόθο της καρδιάς σου να τον εισακούσει. Ας κάνει να δείτε με τα μάτια σας τελειωμένο το πράγμα που είπανε τα χείλη σου. Ας σας ανοίγει το δρόμο εκεί που θα έχετε παγιδευτεί και δρόμο που τα βήματά σας να σηκώνει. Ας κάνει να ανοίξουν τα βουνά, για να περάσετε. Κι η νύχτα τη δικιά της ευλογία να σας φέρει. Κι ο Λουγκουλμπάντα, ο φύλακας θεός σας να σας παρασταθεί στη νίκη. Στη μάχη να κερδίσετε τη νίκη, σαν με παιδί για να παλεύατε. Πλύνε τα πόδια σου στο ποτάμι του Χουμπαμπά που πρέπει να το περάσετε. Το βράδυ να ανοίγετε πηγάδι και καθαρό νερό να κουβαλάτε στο ασκί. Να προσφέρεις στο Σαμάς κρύο νερό και ποτέ να μην ξεχάσεις το Λουγκουλμπάντα". Κι ο Ενκιντού, άνοιξε τότε το στόμα του και είπε: "Μπροστά δεν είναι τίποτα να φοβηθείς. Ακολούθησέ με γιατί εγώ γνωρίζω το μέρος που ζει ο Χουμπαμπά, καθώς και τους δρόμους που περπατάει.
Οι συμβουλάτορες πίσω να γυρίσουν. Δεν υπάρχει λόγος να φοβούνται". Όταν οι συμβουλάτορες το άκουσαν, ξεπροβοδίσανε τον ήρωα στο δρόμο του: "Στο καλό Γκιλγκαμές και ο φύλακας θεός σου να σε προστατεύει στο δρόμο σου και γερό να σε ξαναφέρει στην αποβάθρα της Ουρούκ". Ύστερα από είκοσι λεύγες η ταχύτητα έσπασε. Κι ύστερα από τριάντα άλλες λεύγες σταμάτησαν να διανυκτερεύσουν. Πενήντα λεύγες διέτρεξαν σε μια μέρα. Σε τρεις ημέρες περπάτησαν δρόμο ενός μηνός και δυο βδομάδων. Πέρασαν εφτά βουνά πριν να φτάσουν στην πύλη του δάσους. Κι όταν έφτασαν έμειναν κατάπληκτοι. Δεν είχαν ακόμα δει τον κεδροπύργο, αλλά το ξύλο της πόρτας το θαύμασαν πάρα πολύ. Το ύψος της ήταν εβδομήντα δύο κυβικά και το φάρδος της είκοσι τέσσερα κυβικά. Το στήριγμά της, ο κρίκος της κι οι παραστάτες της ήταν τέλεια. Τα είχαν φτιάξει τεχνίτες της Νιππούρ, της ιερής πόλης του Ενλίλ.
 Και τότε ο Ενκιντού φώναξε: "Ω Γκιλγκαμές, θυμήσου τώρα τις καυχησιές σου στην Ουρούκ. Εμπρός λοιπόν, χτύπησε παιδί της Ουρούκ, δεν πρέπει να φοβάσαι". Όταν άκουσε τούτα τα λόγια ξαναβρήκε το θάρρος του και είπε: "Μην χάνεις καιρό. Γρήγορα. Και αν ο παρατηρητής είναι εδώ μην τον αφήνεις να σου ξεφύγει στο δάσος όπου θα τον χάσουμε. Έχει φορέσει έναν από τους οπλισμένους του θώρακες, αλλά όχι ακόμα και τους άλλους έξι. Πρέπει να τον πιάσουν πριν να οπλισθεί". Κι αυτός σαν αφηνιασμένος άγριος ταύρος ρουθούνιζε στο έδαφος. Και ο παρατηρητής του δάσους στριφογύρισε απειλητικός και φώναζε μ' όλη του τη δύναμη. Κι ο Χουμπαμπά σα δυνατός ταύρος το 'σκασε μέσα στο δάσος και κλείστηκε στο κεδρικό του σπίτι. Τότε ο Ενκιντού πήγε στην πόρτα. Η ομορφιά της ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να σηκώσει το τσεκούρι του να την καταστρέψει, αλλά έσπρωξε και την άνοιξε. Και τότε ο Ενκιντού φώναξε δυνατά στο Γκιλγκαμές: "Μην προχωράς μέσα στο δάσος. Την ώρα που άνοιγα την πόρτα παρέλυσε το χέρι μου". Ο Γκιλγκαμές του αποκρίθηκε: "Αγαπημένε μου φίλε μη μιλάς σα να δείλιασες. Περάσαμε τόσους κινδύνους και ταξιδέψαμε πολύ, θέλεις να γυρίσουμε πίσω; Εσύ που έχεις δοκιμασθεί σε πολέμους και μάχες στάσου δίπλα μου και πια δεν θα νοιώσεις το φόβο του θανάτου. Έλα πίσω μου και η αδυναμία σου θα εξαφανισθεί και η  τρεμούλα θα φύγει από τα χέρια σου. Μήπως ο φίλος μου προτιμάει να μείνει πίσω; Όχι, θα προχωρήσουμε μαζί προς το κέντρο του δάσους. Ξαναβρές το θάρρος σου στη σκέψη της μάχης που πλησιάζει. Ξέχασε το θάνατο και ακολούθησέ με σαν άνθρωπος αποφασιστικός στην πράξη, αλλά που δεν είναι και πολύ τρελός.
 Όταν δύο προχωρούν μαζί, ο καθένας προστατεύει τον εαυτό του και καλύπτει και το φίλο του. Και αν πέσουν θα αφήσουν αθάνατο όνομα". Διάβηκαν μαζί την πύλη και μπήκαν στο πράσινο βουνό. Κι εκεί σταμάτησαν σιωπηλοί, η φωνή τους κόπηκε και σιωπηλοί κοίταξαν το δάσος. Κοίταξαν το ύψος των κέδρων και ξεχώρισαν το δρόμο του δάσους, όπου συνήθιζε να περπατάει ο Χουμπαμπά. Ο δρόμος ήταν πλατύς και ευκολοπάτητος. Κοίταξαν προσεκτικά το δάσος των Κέδρων, την κατοικία των θεών και το θρόνο της Ιστάρ. Το πιο ψηλό κέδρο υψωνόταν μπροστά στο βουνό. Η σκιά του ήταν ωραία. Χάριζε μεγάλη άνεση. Το δάσος και το ξέφωτο ήσαν καταπράσινα από θάμνους. Εκεί ο Γκιλγκαμές έσκαψε ένα πηγάδι πριν να δύσει ο ήλιος. Πήγε στο βουνό και σκόρπισε στο έδαφος καλή τροφή και είπε: "Βουνό, κατοικία των Θεών, στείλε μου ευνοϊκό όνειρο". Και ύστερα πιάστηκαν από το χέρι να κοιμηθούν. Κι ο ύπνος που κυλάει αντάμα με τη νύχτα, τους τύλιξε και τους δυο. Ο Γκιλγκαμές ονειρεύτηκε, στα μέσα της νύχτας ο ύπνος τον εγκατέλειψε και διηγήθηκε το όνειρό του στο φίλο του: "Ενκιντού, ποιός άλλος εκτός από σένα μπορούσε να με ξυπνήσει; Φίλε μου είδα ένα όνειρο. Στεκόμαστε σ' ένα στενό διάσελο του βουνού και ξαφνικά το βουνό σωριάστηκε κάτω. Εμείς οι δυο μοιάζαμε σαν τις πιο μικρές μύγες του βάλτου. Σ' ένα δεύτερό μου όνειρο, το βουνό ξανάπεσε και χτύπησε στο πόδι μου. Και το χώμα πλάκωσε το πόδι μου. Κι ύστερα ήρθε μια ανυπόφορη λάμψη φωτός που ξεχύνονταν από μια δυνατή φλόγα. Και κει φάνηκε κάτι που η χάρη του και η ομορφιά του ξεπερνούσε την ομορφιά αυτού του κόσμου. Κι αυτό το κάτι με πέταξε πέρα από το βουνό, μου έδωσε να πιώ νερό και η καρδιά μου συνήλθε, κι ύστερα μου ξαναστήριξε τα πόδια μου στο χώμα". Και τότε ο Ενκιντού, το παιδί των κάμπων, μου είπε: "Ας κατεβούμε απ' το βουνό, να συζητήσουμε μαζί αυτό το πράγμα". Κι ο νεαρός θεός είπε στο Γκιλγκαμές: "Το όνειρό σου είναι καλό, το όνειρό σου είναι υπέροχο, το βουνό που είδες είναι ο Χουμπαμπά. Και τώρα στα σίγουρα θα τον πιάσουμε και θα τον σκοτώσουμε. Και θα ξαπλώσουμε κάτω το σώμα του, όπως και το βουνό έγινε επίπεδο".
 Την επομένη ημέρα ύστερα από πορεία είκοσι λεύγες, η ταχύτητά μας κόπηκε. Και ύστερα από άλλες είκοσι λεύγες πορεία σταμάτησαν να ξενυχτήσουν. Έσκαψαν πηγάδι πριν να δύσει ο ήλιος κι ο Γκιλγκαμές ανέβηκε στο βουνό. Σκόρπισε παντού ωραία φαγητά και είπε: "Ε βουνό κατοικία των Θεών, στείλε ένα όνειρο στον Ενκιντού, κι ας είναι ευνοϊκό το όνειρό του". Και έστειλε το βουνό όνειρο στον Ενκιντού, κι ήταν ευοίωνο το όνειρο. Ψυχρή και άγρια βροχή τον έδειρε και ζάρωσε απ' το φόβο, όπως η βρώμη του βουνού, όταν τη δέρνει θύελλα βροχής. Αλλά ο Γκιλγκαμές κάθισε με το πηγούνι του στα γόνατά του, μέχρι που τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος που απλώνεται πάνω απ' όλη την ανθρωπότητα. Κατά τα μεσάνυχτα ο ύπνος τον εγκατέλειψε. Σηκώθηκε και είπε στο φίλο του: "Με φώναξες; Αν όχι, τότε γιατί ξύπνησα; Με σκούντησες; Αν όχι, τότε γιατί τρόμαξα; Μήπως πέρασε από δω κανένας Θεός; Τα πόδια μου έχουν παραλύσει από φόβο. Φίλε μου είδα ένα τρίτο όνειρο. Κι αυτό το τρίτο ήταν ολοκληρωτικά τρομακτικό. Βρυχιόντουσαν οι ουρανοί κι αντιβρυχιότανε η γη. Το φως της ημέρας χάθηκε. Σκοτάδια πέσανε παντού. Φώτα αστραπόσβηναν. Φλόγες ξεπετάγονταν. Τα σύννεφα χαμήλωσαν πολύ και έβρεχαν θάνατο. Ύστερα η λαμπρότητα χάθηκε. Η φωτιά έσβησε. Κι όλα έγιναν στάχτες, που έπεφταν γύρω μας. Ας κατεβούμε απ' το βουνό να το συζητήσουμε και να αποφασίσουμε τι πρέπει για να κάνουμε". Όταν κατέβηκαν από το βουνό ο Γκιλγκαμές άρπαξε το τσεκούρι στα χέρια του και έκανε να πέσει το κέδρο.
Όταν ο Χουμπαμπά άκουσε το θόρυβο εκεί κάτω λύσσαξε από το θυμό του και φώναξε δυνατά: "Ποιός είναι αυτός που παραβίασε το δάσος μου και έκοψε τον κέδρο  μου;". Αλλά ο ένδοξος Σαμάς τους φώναξε από τον ουρανό: "Προχωρήστε και μη φοβόσαστε!". Κι όμως τώρα ο Γκιλγκαμές είχε τσακισθεί από την αδυναμία κι ο ύπνος τον άρπαξε αμέσως. Ένας βαθύς ύπνος τον κρατούσε. Ξάπλωσε στο έδαφος και τεντώθηκε άφωνος, σα να έβλεπε όνειρο.
 Όταν τον σκούντηξε ο Ενκιντού δεν σηκώθηκε. Κι όταν του μίλησε δεν αποκρίθηκε: "Ω Γκιλγκαμές, άρχοντα του κάμπου της Κουλάμπ, ο κόσμος σκοτείνιασε, οι σκιές απλώθηκαν παντού, έφτασε το φως του απόβραδου. Ο Σαμάς έφυγε. Το φωτεινό του κεφάλι έχει γείρει στα στήθη της μάνας του Νινγκάλ. Ω Γκιλγκαμές, πόσο θα κοιμάσαι και συ σαν αυτόν; Δεν πρέπει να ανεχθείς να δεις τη μάνα που σε γέννησε να θρηνεί μέσα στης πόλης τις πλατείες". Επί τέλους ο Γκιλγκαμές τον άκουσε. Φόρεσε τον θώρακά του "η φωνή των Ηρώων", που ζύγιζε τριάντα σίκλος. Και τον φόρεσε θαρρείς και ήταν ανάλαφρος, σαν το ρούχο που φοράμε.
 Ο θώρακας τον κάλυψε πέρα για πέρα. Πατούσε σαν ταύρος που ρουθουνίζει στη γη και τρίζει τα δόντια του. "Στη ζωή της μάνας μου Νινσούν και στη ζωή του πατέρα μου, του θεϊκού Λουγκουλμπάντα, άφησέ με να ζήσω να με θαυμάσει η μάνα μου, όπως και τότε που με θήλαζε στην ποδιά της". Και μια δεύτερη φορά ξαναείπε: "Στη ζωή της μάνας μου Νινσούν, που με γέννησε και στη ζωή του πατέρα μου του θεϊκού Λουγκουλμπάντα βοήθησέ με να νικήσω αυτόν τον άνθρωπο, αυτό το θεό αν είναι θεός και ο δρόμος που πήρα για τη Χώρα της Ζωής να με ξαναπάει πίσω στην πόλη μου". Και τότε ο Ενκιντού, ο πιστός σύντροφος, συνηγορώντας του αποκρίθηκε: "Άρχοντά μου, δεν γνωρίζεις αυτό το τέρας και γι' αυτό δεν νοιώθεις τρόμο.
 Εγώ που το γνωρίζω τρομάζω. Τα δόντια του είναι σαν τα δηλητηριώδη δόντια του δράκοντα, το θάρρος του μοιάζει με το θάρρος λιονταριού, η ορμή του μοιάζει με πλημμύρα, με το βλέμμα του συντρίβει το δέντρο του δάσους σαν καλάμι του βάλτου. άρχοντά μου, μπορείς να προχωρήσεις μέσα στο δάσος αν έτσι αποφάσισες.
Εγώ θα ξαναπάω στην πόλη και θα πω στην κυρία, τη μάνα σου όλα σου τα ένδοξα κατορθώματα, μέχρι που να ξεφωνήσει από χαρά. Κι ύστερα θα της πω το θάνατο που ακολούθησε μέχρι να κλάψει όσο πιο πικρά μπορεί να γίνει". Αλλά ο Γκιλγκαμές είπε: "Οι θυσίες και οι προσφορές δεν είναι ακόμα για μένα. Το πλοίο των νεκρών δεν είναι νάρθει ακόμα, ούτε και το τριπλό το σάβανο που θα με τυλίξει δεν κόπηκε ακόμα. Ούτε ήρθε η ώρα για να ανάψει η πυρά μου, ενώ στην κατοικία μου εξακολουθεί να καίει η φωτιά. Σήμερα δώσε μου βοήθεια, και θάχεις τη δική μου. Μπορεί να υπάρξει λάθος ανάμεσά μας; Όλα τα ζωντανά πλάσματα που γεννήθηκαν από σάρκα θα κάτσουν κάποτε στο πλοίο της Δύσης.
 Κι όταν αυτό βυθίσει, όταν το πλοίο Μάξιλουμ θα βυθιστεί χάνονται κι αυτά. Αλλά εμείς θα προχωρήσουμε μπροστά και θα καρφώσουμε το βλέμμα μας σ' αυτό το τέρας. Αν η καρδιά σου είναι φοβισμένη, διώξε τον φόβο, κι αν έχει τρόμο, διώξε τον τρόμο. Πάρε στα χέρια σου το τσεκούρι και χτύπησε. Όποιος αφήνει μισοτελειωμένη τη μάχη δεν μπορεί να βρει ησυχία". Ο Χουμπαμπά βγήκε από το οχυρό κεδρόσπιτό του. Έγειρε το κεφάλι του και κούνησε απειλώντας τον Γκιλγκαμές. Και κάρφωσε πάνω του το μάτι του, το μάτι του θανάτου. Κι ύστερα ο Γκιλγκαμές επικαλέστηκε το Σαμάς και κύλησαν τα δάκρυά του: "Ω ένδοξε Σαμάς ακολούθησα το δρόμο που με συμβούλευσες, αλλά αν τώρα δεν στείλεις βοήθεια πώς θα γλυτώσω;". Ο ένδοξος Σαμάς άκουσε την προσευχή του και κάλεσε το μεγάλο άνεμο, το βοριά, τον ανεμοστρόβιλο, τη θύελλα και την παγωνιά, τη θύελλα και το λίβα. Και ήρθαν σαν δράκοντες, σαν πυρκαγιά, σαν ερπετά που κάνει την καρδιά να παγώνει, σαν καταστροφική πλημμύρα και σαν φλεγόμενα δίκρανα.
Οι οκτώ άνεμοι έπεσαν κατά πάνω στο Χουμπαμπά και του στράβωσαν τα μάτια, τον έκαναν ανάπηρο και ανίκανο να κινηθεί εμπρός ή πίσω. Ο Γκιλγκαμές φώναξε: "Στη ζωή της Νινσούν της μάνας μου και του θεϊκού Λουγκουλμπάντα, του πατέρα μου, στη Χώρα της Ζωής που ανακάλυψα την κατοικία σου, με τα αδύνατά μου μπράτσα και με τα μικρά μου όπλα, χτύπησα τη Χώρα σου και τώρα θα μπω και στο σπίτι σου".
 Έτσι έριξε τον πρώτο κέδρο, έκοψαν τα κλαδιά του και τα πήγαν στη ρίζα του βουνού. Με το πρώτο χτύπημα ο Χουμπαμπά άστραψε, μα αυτοί προχώρησαν. Και έριξαν εφτά κέδρα και έκοψαν και κάνανε δεμάτια τα κλαδιά τους και τα πήγανε στη ρίζα του βουνού. Και εφτά φορές ο Χουμπαμπά έχανε τις δυνάμεις του καθώς πέφτανε τα κέδρα. Κι όπως έσβηνε η έβδομη φλόγα πλησίασαν στη φωλιά του. Η ανάσα του αντηχούσε σαν ηχηρό φιλί. Πλησίασε σαν ωραίος, άγριος ταύρος που πιάνεται με θηλιά στο βουνό ή σαν πολεμιστής δεμένος πισθάγκωνα. Τα δάκρυα ξεχείλισαν στα μάτια του και γίνηκε κατακίτρινος: "Γκιλγκαμές, άφησέ με να σου μιλήσω. Ποτέ μου δεν γνώρισα μητέρα, ούτε και πατέρα για να με μεγαλώσει. Γεννήθηκα στο βουνό, το βουνό μ' ανάθρεψε κι ο Ενλίλ με όρισε φύλακα του δάσους. Άφησέ με να φύγω Γκιλγκαμές και θα γίνω υπηρέτης σου, θα σε γνωρίσω για άρχοντά μου. Όλα τα δένδρα του δάσους που φυλάω πάνω σε τούτο το βουνό θα είναι δικά σου. Θα τα κόψω και θα σου κάνω ένα παλάτι". Και τον πήρε από το χέρι και τον οδηγούσε στο σπίτι του.
 Και η καρδιά του Γκιλγκαμές συγκινήθηκε και τον συμπάθησε. Και του ορκίστηκε στην ουράνια ζωή, στη γήινη ζωή και στη ζωή του κάτω κόσμου: "Ω Ενκιντού, δεν πρέπει το παγιδευμένο πουλί να γυρίσει στη φωλιά του και ο αιχμάλωτος να ξαναπάει στην αγκαλιά της μάνας του;". Κι ο Ενκιντού αποκρίθηκε: "Κι ο πιο δυνατός από τους ανθρώπους θα υποκύψει στη μοίρα του αν δεν έχει κρίση. Ο Ναμτάρ, ο δαίμονας της τύχης που δεν κάνει διάκριση μεταξύ των ανθρώπων, θα τον καταβροχθίσει. Αν το παγιδευμένο πουλί ξαναγυρίσει στη φωλιά του, αν ο αιχμάλωτος γυρίσει στην αγκαλιά της μάνας του, τότε φίλε μου δεν θα ξαναγυρίσεις στην πόλη, όπου σε περιμένει η μάνα που σε γέννησε. Θα σου φράξει τους βουνίσιους δρόμους και θα κάνει αδιάβατα τα μονοπάτια". Ο Χουμπαμπά είπε: "Ενκιντού, αυτά που είπες είναι κακά, και τα είπες εσύ ο μισθοφόρος που δουλεύεις για το ψωμί σου! Από το φθόνο και από το φόβο του αντίπαλου είπες τούτα τα κακά λόγια". Κι ο Ενκιντού είπε: "Μην τον ακούς Γκιλγκαμές. Αυτός ο Χουμπαμπά πρέπει να πεθάνει".
 Κι ο Γκιλγκαμές είπε: "Αν τον αγγίξω, η φλόγα και η δόξα του φωτός θα ξεπεταχθούνε μπερδεμένες, η δόξα και η λάμψη θα εξαφανισθούν και η ακτινοβολία της θα σβήσει". Ο Ενκιντού είπε στον Γκιλγκαμές: "Όχι έτσι φίλε μου. Πρώτα παγιδεύουν το πουλί, και τότε που θα πάει το μικρό πουλάκι; Ύστερα μπορούμε να αναζητήσουμε τη δόξα και τη λάμψη όταν τα πουλάκια θα έχουν σκορπίσει γύρω στην πρασινάδα".
 Ο Γκιλγκαμές άκουσε τα λόγια του φίλου του. Πήρε το τσεκούρι στο χέρι, έσυρε το σπαθί από τη μέση και χτύπησε με το σπαθί το Χουμπαμπά στο σβέρκο. Το δεύτερο χτύπημα το έδωσε ο Ενκιντού. Στο τρίτο χτύπημα ο Χουμπαμπά έπεσε. Και σωριάστηκε κάτω νεκρός. Και τότε ακολούθησε σύγχυση, γιατί αυτός που σωριάσανε νεκρό ήταν ο φύλακας του δάσους. Ήταν αυτός που στη φωνή του έτρεμε ο Λίβανος και ο Ερμών. Και τότε τα βουνά κινήθηκαν, και κινήθηκαν μαζί και οι λοφοσειρές, γιατί ο φύλακας των Κέδρων ήτανε νεκρός. Ο Ενκιντού τον χτύπησε κι ο κέδρος έγινε κομμάτια. Κι αυτό το έκανε ο Ενκιντού. Αυτός αποκάλυψε τη μυστική κατοικία του Παμέγιστου. Έτσι ο Γκιλγκαμές έριχνε τα δέντρα του δάσους και ο Ενκιντού καθάριζε τις ρίζες τους και τα οδηγούσε μέχρι τον Ευφράτη. Τοποθέτησαν το Χουμπαμπά μπροστά στους Θεούς, μπροστά στον Ενλίλ. Φίλησαν το χώμα, τον σκέπασαν με σάβανο και τον τοποθέτησαν με το κεφάλι προς τα μπρος. Όταν ο Ενλίλ είδε το κεφάλι του Χουμπαμπά, λύσσαξε από το θυμό του ενάντιά τους: "Γιατί το κάνατε αυτό; Από δω και πέρα η φωτιά θα είναι όπου καθόσαστε, θα τρώει το ψωμί που τρώτε και θα πίνει ότι πίνετε". Και τότε ο Ενλίλ ξαναπήρε τη λάμψη και τη δόξα την έδωσε στους βαρβάρους, στο λιοντάρι, στην ερημιά και στη μανιακή κόρη της Ερεσκιγκάλ. Αλλά πιο πολύ από τον Γκιλγκαμές αυτόν τον άγριο ταύρο που λεηλατούσε τα βουνά και τα πήγαινε στη θάλασσα και από τον Ενκιντού, η πιο μεγάλη δόξα ανήκει στον Ενλίλ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Α Μερος  ΕΔΩ

Πηγή

Αν σας άρεσε το θέμα κάντε ένα "Like" και κοινοποιήστε το στους Φίλους σας...!


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου