Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Αγγελοι και Δαίμονες 3°

Στις πρωτόγονες θρησκείες

Τα πνευματικά όντα τών πρωτόγονων ή τών προϊστορικών θρησκειών τής Ασίας, τής Αφρικής, τής Ωκεανίας και τής Αμερικής θεωρούνται πονηρά ή αγαθά, ανάλογα με τις περιστάσεις μάλλον παρά από την ίδια τη φύση τους. Ο Έσου (Eshu). λόγου χάρη. ένας θεός τών Γιορούμπα τής Νιγηρίας, θεωρείται αγαθό, προστατευτικό πνεύμα, αλλά και πνεύμα με διαβολική δύναμη, που μπορεί κανείς να τό στρέψει εναντίον τών εχθρών του. Αυτά τα όντα κατέχουν υπερφυσική δύναμη, το μανά (mana), όπως είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι Μελανήσιοι για να χαρακτηρίσουν πνεύματα και ανθρώπους που κατέχουν ειδικά αξιώματα, όπως είναι οι αρχηγοί ή οι σαμάν. ...


Στις πρωτόγονες θρησκείες τα πνεύματα τής φύσης τά τιμούσαν γενικά είτε για να εκφράσουν ευγνωμοσύνη είτε για να αποτρέψουν κάποια καταστροφή. Το ίδιο γινόταν και στη θρησκεία τής αρχαίας Ρώμης. Στις θρησκείες αυτές οι προγονικοί θεοί αφθονούν, και έτσι σι σκιές τών νεκρών πρέπει να εξευμενιστούν, συχνά με ειδικές τελετές (βλ. προγονολατρια. σαμανισμοσ).

Συμπέρασμα

Αν και οι παραδοσιακές δοξασίες για αγγέλους και δαίμονες αμφισβητήθηκαν από εκείνους τους πολιτισμούς που δέχτηκαν την επιρροή τής δυτικής επιστήμης και τεχνολογίας, νεώτερες ωστόσο ερμηνείες τέτοιων δοξασιών, επηρεασμένες από ψυχολογικές μελέτες και από τη μελέτη τού μύθου στην ιστορία τών θρησκειών, υπήρξαν πολύ σημαντικές για τη θεολογική σκέψη. Ο σύγχρονος άνθρωπος, εξετάζοντας τους αγγέλους και τους δαίμονες με βάση μάλλον το έργο παρά τη φύση τους. μπορεί να ανακαλύψει ότι έχει μεγαλύτερη από όσο πίστευε συγγένεια με τον άνθρωπο παλαιότερων ή διαφορετικών πολιτισμών, στην προ-σπάθειά του να επιτύχει μια ωφέλιμη γι’ αυτόν σχέση με τους μεταφυσικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς κόσμους που αντιμετωπίζει στην καθημερινή του ζωή.

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Στο σύστημα τής χριστιανικής θεολογίας οι άγγελοι και οι δαίμονες κατέχουν σημαντική θέση. Θα πρέπει να σημειωθεί πως η θέση αυτή. που θεμελιώνεται στην Αγία Γραφή και ενισχύεται σε μεγάλο βαθμό από την ασκητική πατερική φιλολογία, είναι πάντως λιγότερο σημαντική από τη θέση που οι άγγελοι και οι δαίμονες κατέχουν σε παλαιότερες θρησκείες, όπως ο ζωροαστρισμός και οι θρησκείες τής Μεσοποταμίας. Ακόμη και ως προς τον προκάτοχο τού ιουδαϊσμό, όπου ο Θεός δεν έχει λάβει ακόμα το ανθρώπινο πρόσωπο του, ο χριστιανισμός περιορίζει τη δράση τών ενδιάμεσων πνευματικών δυνάμεων προκειμένου να δώσει μια εντελώς ιδιαίτερη έμφαση στην παρουσία τού ίδιου τού ενανθρωπήσαντος Θεού και στη διδασκαλία του. Πάντως ο αγώνας τών δυνάμεων τού Κακού εναντίον τού Καλού, που έχει ως επίκεντρό του τη σωτηρία ή την απώλεια τού ανθρώπου, δεν παύει να συνεχίζεται και στον χριστιανισμό, με τη συμμετοχή ενδιάμεσων πνευματικών όντων: εκείνων που εκπροσωπούν το καλό (άγγελοι) και εκείνων που εκπροσωπούν το κακό (δαίμονες).

Οι Αγγελοι

Οι άγγελοι είναι πνευματικά δημιουργήματα τού Θεού, που έργο τους και προορισμό τους έχουν, όπως δηλώνει και το όνομά τους, να διαγγέλλουν το θείο θέλημα και να εκτελούν τις θείες βουλές. Την ύπαρξη τών αγγέλων μαρτυρεί η Αγία Γραφή και γενικότερα η εκκλησιαστική παράδοση. Από τις πρώτες σελίδες της η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει τους αγγέλους, «τά χερουβίμ δόξης», που φυλάσσουν «την όδόν τού ξύλου τής ζωής» μετά την πτώση τών πρωτοπλάστων (Γέν. γ’, 24). Αγγελος Κυρίου ομιλεί στην Άγαρ. Αγγελοι σώζουν τον Λωτ. Άγγελος καθοδηγεί τον Αβραάμ. Αγγελοι ανεβαίνουν και κατεβαίνουν διά τής «ούρανίου κλί-μακος», την οποία είδε σε όραμά του ο Ιακώβ. Αγγελοι εμφανίζονται στους προφήτες Ηλία, Ζαχαρία, Ησαΐα, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ (Γέν. γ’, 24. ιστ», 7 και 11. ιθ’. κβ·. κη’. 12. Α’ Βασιλ. α’, 3-15. Ζαχ. α’, 9. στ’ 4-8. Ησ. ια’. 2. Ιεζ. α’. 4-18. Δαν. ζ·, 10 κ λπ ). Στην Καινή Διαθήκη άγγελος ευαγγελίζεται στην Παρθένο Μαρία το μέγα άγγελμα τής γεννήσεως τού Σωτήρος (Λουκ. α’, 19) και άγγελοι εμφανίζονται πολλές φορές στην ιστορία τής παιδικής ηλικίας τού Χριστού (Ματθ. α», 20. Λουκ. α’. 26. β’, 9 και 13). Στις Πράξεις τών Αποστόλων (ιβ’ 7-11. κζ·, 23. ι’, 13 κ.εξ.) άγγελοι εμφανίζονται στον Πέτρο, τον Παύλο και τον Κορνήλιο. Εξάλλου πολλές φορές γίνεται λόγος για τους αγγέλους στις Επιστολές τού Παύλου και στην Αποκάλυψη τού Ιωάννη. Πρέπει παράλληλα να σημειώσουμε ότι και ο ίδιος ο Χριστός ομιλεί πολλές φορές για τους αγγέλους (Ματθ. ιη·, 10. κε’, 31. κβ’, 30. Λουκ. ιε’, 10). Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς Ιγνάτιος, Ερμάς. Ιουστί-νος, Αθηναγόρας, Τατιανός, Θεόφιλος Αντιοχείας, Τερτυλιανός. Ειρηναίος, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και Ωριγένης διαδηλώνουν ομόφωνα την πίστη τους στην ύπαρξη τών αγγέλων. Πολυπληθείς είναι οι μαρτυρίες για την ύπαρξη τών αγγέλων στα έργα τού Μ. Βασιλείου. Κυρίλλου Ιεροσολύμων. Χρυσοστόμου, Αυγουστίνου και άλλων Πατέρων, ενώ μια συστηματική διδασκαλία περί αγγέλων αναπτύσσεται στα έργα που αποδίδονται στον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη.

Την ύπαρξη τών αγγέλων αρνήθηκαν στο παρελθόν οι Σαδδουκαίοι και στους νεώτερους χρόνους οι Αγγλοι θεϊστές, οι πανθεϊστές και, κυρίως, οι ορθολογιστές, οι οποίοι χαρακτήρισαν τη διδασκαλία περί αγγέλων ως δάνειο από τη βαβυλωνιακή θρησκεία. Η εκδοχή όμως αυτή κρίνεται ως αβάσιμη από το γεγονός ότι μνεία για τους αγγέλους γίνεται ήδη στα βιβλία τής Παλαιάς Διαθήκης, που συντάχθηκαν πριν από τη Βαβυλώνιο αιχμαλωσία. Πολλές προσπάθειες καταβλήθηκαν, ιδίως τον μεσαίωνα από τον Θωμά τον Ακινάτη και τους μετέπειτα σχολαστικούς, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη τών αγγέλων με λογοκρατικά επιχειρήματα. Για τον πιστό χριστιανό, πάντως, η ύπαρξη τών αγγέλων είναι μια από τις υπερβατικές «εξ άποκαλύ-ψεως» αλήθειες, που δεν έχουν ανάγκη λογικών αποδείξεων.

Η δημιουργία τών αγγέλων

Σχετικά με τον χρόνο δημιουργίας τών αγγέλων δεν έχουμε μαρτυρίες από την Αγία Γραφή. Οι περισσότεροι από τους Πατέρες τής Εκκλησίας (Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Ιωάννης Δαμασκηνός κ λπ.) δέχονται ότι οι άγγελοι δημιουργήθηκαν προτού δημιουργηθεί ο υλικός κόσμος. Την άποψη αυτή ενισχύει και το χωρίο τού Ιώβ (λη-. 7): «ότε έγεννήθησαν άστρα, ήνεσάν με φωνή μεγάλη πάντες άγγελοι μου». Ο ιερός Αυγουστίνος, όμως, και ορισμένοι άλλοι Πατέρες δέχονται συνδημιουργία αγγέλων και υλικού κόσμου και μάλιστα κατά την πρώτη ημέρα τής Δημιουργίας.

Ο τόπος διαμονής τών αγγέλων δεν είναι αισθητός και υλικός αλλά «νόες όντες οι άγγελοι έν νοη-τοϊς τόποις είσί». κατά τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, «τοις κούψοις και αίθεριώδεσι τόποις ένδιατρίβο-ντες έν ελαφρά και εύκινήτω τη φύσει». Μολονότι όμως ο τόπος διαμονής τους δεν περιορίζεται μέσα σε αισθητά και υλικά όρια, οι άγγελοι δεν είναι πανταχού παρόντες, όπως ο θεός, αλλά «ότε είσίν έν ούρανώ, ούκ είσίν έν τή γή. και εις τήν γήν ύπό τοϋ Θεού αποστελλόμενοι ούκ έναπομένουσιν έν τώ ούρανώ» (Ιωάν. Δαμασκ. Έκδ. Ορθ. Πίστ., Β’ 3. Migne P.G., 94, 869).

Φύση τών αγγέλων

Σχετικά με τη φύση τών αγγέλων πολλοί από τους Πατέρες τής Εκκλησίας και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς διδάσκουν ότι οι άγγελοι έχουν σώμα λεπτό, αιθέριο και άφθαρτο (Τερτυλιανός, Κλήμης Αλεξανδρεύς. Ωριγένης. Μέγας Βασίλειος. Γρηγόριος ο Θεολόγος. Αυγουστίνος), χωρίς. όμως. να παύουν να είναι ασώματες και νοερές φύσεις, απρόσβλητες από τις αλλοιώσεις που παθαίνει το ανθρώπινο σώμα, τη φθορά και τον θάνατο.

Το αυτεξούσιο, με το οποίο οι άγγελοι είναι προικισμένοι, τούς δίνει τη δυνατότητα να υψώνονται όλο και περισσότερο στη σφαίρα τού αγαθού, συνάμα όμως και να «εκπίπτουν», χάνοντας έτσι την αγιότητα την οποία κατείχαν εξαρχής ως κοινωνοί τού Αγίου Πνεύματος. Ως όντα ανώτερα από κάθε λογικό δημιούργημα οι άγγελοι συνδυάζουν παράλληλα με την ελευθερία και δύναμη ανώτερη από την ανθρώπινη, χαρακτηρίζονται δε από την Αγία Γραφή ως «δυνατοί ίσχύι» και ως «ισχύι και δυνάμει μείζονες όντες». Όμως παρά το μέγεθος τής δυνάμε-ώς τους δεν είναι και παντοδύναμοι, ούτε έχουν τη δύναμη να δημιουργούν, αφού και οι ίδιοι είναι δημιουργήματα και «μηδέν των γεγονότων ανεδείχθη ποτέ έκ μή όντων ποιούν ούσίας». κατά τη φράση τού Κυρίλλου τού Αλεξανδρείας (Θησαυρών Λόγος, 17. Migne P.G.. 75. 305). Επιπλέον οι άγγελοι ως λογικά όντα κινούνται αυτόματα προς τη γνώση, στην οποία υπερέχουν ασύγκριτα τών ανθρώπων. Όμως τα όριά τους είναι οπωσδήποτε πεπερασμένα. πράγμα που μαρτυρείται από το γεγονός ότι αγνοούσαν το μυστήριο τής ενσαρκώσεως τού Χριστού πριν από την ενανθρώπιση τού Κυρίου και ότι τώρα. διά τής Εκκλησίας, γνωρίζουν την πολυποίκιλη σοφία τού Θεού (Εφεσ. γ’. 9-10. Α’ Πέτρ. α’. 12. Χρυσόστομος στην ομιλία προς τους Εφεσ. 7, 1. Migne P.G.. 62, 50). Εξάλλου, καθώς διδάσκουν οι Πατέρες, οι άγγελοι αγνοούν γενικά όσα πρόκειται να συμβούν, καθώς και τα απόκρυφα τής ανθρώπινης καρδιάς, τα οποία γνωρίζει μόνο ο Θεός.

Ο αριθμός τών αγγέλων

Οι άγγελοι ανέρχονται σε πλήθος αναρίθμητο. Η Αγία Γραφή αναφέρει «μυριάδας αγγέλων» και «μυριάδες μυριάδων και χιλιάδες χιλιάδων·· (Εβρ. ιβ’. 22. Αποκ. ε’, 11. Πρβλ. και Δαν. ζ\ 10. Ματθ. κστ’. 53). Κατά τη γνώμη τών περισσότερων από τους Πατέρες, οι άγγελοι αποτελούν γένη, ανεξάρτητα μεταξύ τους, τα οποία παρουσιάζονται ιεραρχικώς διατεταγμένα σε τάξεις. Σύμφωνα με τα έργα τού Ψευδο-Διονυσίου Αρεοπαγίτου οι τάξεις τών αγγέλων αναλύονται σε εννέα τάγματα και τρεις διακοσμήσεις:

Σεραφίμ. Χερουβίμ. Θρόνοι Κυριότητες. Εξουσίες, Δυνάμεις Αρχές, Αρχάγγελοι, Αγγελοι.

Ως προς τη διάταξη αυτή υπάρχει διαφωνία μεταξύ τών Πατέρων, οι περισσότεροι, όμως, δέχονται ότι οι διαβαθμίσεις αυτές οφείλονται στην πραγματική υπεροχή τών ανώτερων τάξεων πάνω στις κατώτερες.

Το έργο τών αγγέλων

Οι άγγελοι επιτελούν διπλό έργο. Πρώτιστο και κύριο έργο τους είναι η δοξολογία τού θείου μεγαλείου και τής θείας δόξας. Αναπέμπουν διαρκώς δοξολογία και αίνεση προς τον Θεό, ενώ συγχρόνως διακονούν και υπηρετούν τη θεία βούληση, χάριν τής διακυβερνήσεως τού κόσμου και τής τελειώσε-ως τού έργου τής σωτηρίας τού ανθρώπου. Κατά δεύτερο λόγο έργο τους είναι η φύλαξη και η προστασία τών ανθρώπων. Επίσης άγγελοι διακονούν τον Κύριο από τη γέννησή του ώς την ανάληψη. Βοηθούν, επίσης, τους Αποστόλους στο έργο τής διαδόσεως τού Ευαγγελίου. Από το χωρίο τής Κ. Διαθήκης, όπου γίνεται λόγος για τον άγγελο τού Πέτρου, προήλθε η πίστη ότι κάθε ευσεβής άνθρωπος έχει τον φύλακα άγγελό του. τού οποίου ο πιστός ζητά την ενίσχυση με τη σχετική προσευχή (Μ. Βασίλειος. Χρυσόστομος. Ωριγένης κ.ά.). Αναφέρονται, επίσης, άγγελοι φύλακες εκκλησιών, πόλεων. εθνών, κρατών κ.λπ.

Οι Δαίμονες

Η φύση τών αγγέλων, όπως αναφέρθηκε, είναι, σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, κτιστή και κατά συνέπεια τρεπτή και δεκτική αλλοιώσεως. Οι άγγελοι αναφέρεται, επίσης, ότι πλάστηκαν ως αυτεξούσια πνευματικά όντα. Ένας άγνωστος, όμως. αριθμός αγγέλων έκανε κακή χρήση αυτής τής αυ-τεξουσιότητας με αποτέλεσμα να εκπέσει τής αρχικής του θέσης (Β’ Πέτρ. β’. 4. Ιούδ. 6. Λουκ. η’, 31). Έκτοτε οι εκπεσόντες άγγελοι, διάβολοι ή δαίμονες, καθώς ονομάζονται, τράπηκαν, σταθεροποιήθηκαν και ταυτίστηκαν με το κακό, αντιστρατευό-μενοι το θέλημα τού Θεού και παρακινώντας τον άνθρωπο να πράξει το ίδιο.
Η ύπαρξη τών δαιμόνων, την οποία αρνούνται μερικοί νεώτεροι Διαμαρτυρόμενοι θεολόγοι, επηρεασμένοι από τα διδάγματα τού ορθολογισμού, μαρτυρείται σαφώς και από την Αγία Γραφή και από την Ιερή Παράδοση τής Εκκλησίας. Ήδη στην Π. Διαθήκη, όχι μόνο γίνεται λόγος περί δαιμόνων, αλλά και μνημονεύεται ο αρχηγός τους. ο διάβολος (Ιώβ α’. 6 κ.εξ.), που θεωρείται ως ο αίτιος τού θανάτου (Σοφ. Σολ. β’. 24). Στην Κ. Διαθήκη, ο ίδιος ο Χριστός μιλάει για δαίμονες, και όχι απλώς ευθυγραμμίζεται με τις ιουδαϊκές αντιλήψεις τής εποχής του. αλλά πιστεύει και βεβαιώνει κατηγορηματικά την ύπαρξη τού διαβόλου και τών πονηρών. γενικά, πνευμάτων. Έτσι ο Χριστός αντιμετώπισε και νίκησε στην έρημο τον διάβολο, όταν ο δαίμονας προσπάθησε να τόν βάλει σε πειρασμό (Ματθ. δ’, 1 κ.εξ.). Επίσης πολλές φορές εμφανίστηκε να εξουσιάζει με τα θαύματά του τα πονηρά πνεύματα, ενώ την ίδια εξουσία παραχώρησε και στους μαθητές του (Ματθ. ι’, 1). Τέλος, το όλο λυτρωτικό έργο τού Θεανθρώπου αποσκοπούσε στη λύση τών έργων τού διαβόλου (Α’ Ιωάν. γ’, 12).

Οι Πατέρες τής Εκκλησίας μιλούν εκτενώς περί τών δαιμόνων (συνοπτικώς βλ. Ιωάν. Δαμασκηνού. Έκδ. Ορθ. Πίστεως 2, 4. Migne P.G., 94. 873 κ.εξ.), για την αιτία που εξέπεσαν, για τους τρόπους που ενεργούν, για την αντίθεσή τους προς το θείο θέλημα και προς το έργο τής σωτηρίας τού ανθρώπου, για την προσπάθεια τους να παρασύρουν τον άνθρωπο στο κακό. καθώς και για τα μέσα, με τα οποία ο άνθρωπος μπορεί να αντιδράσει κατά τού διαβόλου, δηλ. την προσευχή, την εγρήγορση και γενικότερα την κοινωνία με τον Θεό και τη βοήθεια που ο Θεός προσφέρει στον άνθρωπο για την αντιμετώπιση τού κακού (πρβλ. και Εφεσ. στ’. 10 κ.εξ.).

Σύμφωνα με τους Πατέρες, στα διάφορα πάθη που τυραννούν τους ανθρώπους και τούς σπρώχνουν προς το κακό αντιστοιχούν ορισμένοι δαίμονες. Οι δαίμονες αυτοί προσωποποιούνται στο συγκεκριμένο πάθος: έτσι έχουμε τον δαίμονα τής πορνείας, τον δαίμονα τής αλαζονείας, τής κενοδοξίας, τής λαιμαργίας κ.ά. Εναντίον τών δαιμόνων αυτών οι συνειδητοί χριστιανοί, και κυρίως η μαχητική τους πρωτοπορία (οι μοναχοί, οι ασκητές, σι ερημίτες), έχουν κηρύξει αμείλικτο πόλεμο. Στα ασκητικά συγγράμματα τού μεσαίωνα βλέπουμε, ήδη, διαμορφωμένη μια ολόκληρη στρατηγική για την αντιμετώπιση τών δαιμονικών επιθέσεων. Έτσι από την Κλίμακα τού Ιωάννη τού Σιναίτη (6ος-7ος αιώνας) μαθαίνουμε ότι οι ασκητές, μέσα στα πλαίσια τών αγώνων τους κατά τού κακού, υποκρί-νονταν πολλές φορές τους αμαρτωλούς προκειμένου να μένουν ανενόχλητοι από τους δαίμονες. Στο κείμενο αναφέρονται πολλά τέτοια παραδείγματα: κάποιος από τους αδελφούς ενός κοινοβίου, δίχως καθόλου να ενδιαφέρεται για την πρωτοκαθεδρία τής κοινότητας, προσποιείται τον «ύπέρ ταύτης πονούντα», ένας άλλος «εισπηδρ» σε πορνείο και ασπάζεται την πόρνη «τω δοκεϊν αμαρτίας ένεκεν», ενώ ένας τρίτος υποκρίνεται ότι τρώει σταφύλια με ιδιαίτερη λαιμαργία, «γαστρίμαργον έαυτόν έμφανίζων τοις δαίμοσιν» (Λόγος ΚΣΤ’. μέρος Β’, κε’). Για τους χριστιανούς τών πρώτων αιώνων τα αγάλματα τής αρχαίας θρησκείας αποτελούν κατοικητήρια δαιμόνων και μπορούν να κα-θαρθούν μόνο με τη θαυματουργή δύναμη τού σταυρού. Ένας τέτοιος δαίμονας, λόγου χάρη. ε-νοικούσε σε μαρμάρινο είδωλο τής Αφροδίτης, στην πόλη τής Γάζας. Σύμφωνα με τη διήγηση τού Μάρκου Διακόνου (βίος τού Αγίου Πορφυρίου. 61), όταν οι χριστιανοί τής πόλης έφεραν, τελετουργικά, το σημείο τού σταυρού κοντά στο είδωλο «ό ένοικών δαίμων… μή φέρων ίδεϊν τό φοβερόν ση-μεϊον, έξελθών έκ τού μαρμάρου μετά αταξίας πολλής, έρριψεν αύτήν τήν στήλην και συνέκλασεν αύτήν εις πολλά κλάσματα».

Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, ο διάβολος και οι θιασώτες του δαίμονες, μετά την οριστική και αμετάκλητη τροπή τους προς το κακό. θα λάβουν, μαζί με τους αμετανόητους αμαρτωλούς ανθρώπους, κατά τη Δευτέρα Παρουσία, ως τιμωρία τους, την αιώνια καταδίκη στο πυρ τής Κολάσε-ως (Ματθ. κε’. 41).

Η Εκκλησία ανέκαθεν διαβάζει εξορκισμούς εναντίον τών πονηρών πνευμάτων κατά την ιερή ακολουθία τού Αγίου Βαπτίσματος, καθώς και σε άλλες περιπτώσεις.
Συνεχίζεται …

Μερος 1ο
Μερος 2ο


Planetariumgr.com




Πηγή

Αν σας άρεσε το θέμα κάντε ένα "Like" και κοινοποιήστε το στους Φίλους σας...!


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου