Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Το μυστήριο των χαμένων ελληνικών εξαγωγών

Του Daniel Gros
Το έπος συνεχίζεται. ‘Έξι χρόνια αφότου η ελληνική κυβέρνηση έχασε, για πρώτη φορά, την πρόσβαση στις αγορές και τέσσερα χρόνια μετά από τη μεγαλύτερη αθέτηση πληρωμών χρέους στα χρονικά, η ελληνική οικονομία βρίσκεται ακόμη σε τέλμα και η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να έρχεται σε αντιπαράθεση με τους πιστωτές της για τις λεπτομέρειες του προϋπολογισμού της.
Γιατί διαφέρει η Ελλάδα; Όλες οι υπόλοιπες χώρες που ακολούθησαν πρoγράμματα προσαρμογής, έχουν ήδη εξέλθει από αυτά και βλέπουν "φως" στο τέλος του τούνελ.


Αυτό που θέτει την Ελλάδα σε άλλη κατηγορία είναι η συνεχιζόμενη ύφεση. Χωρίς ανάπτυξη, η κυβέρνηση θα "αγωνίζεται" συνεχώς, προκειμένου να επιτύχει ακόμη και καθόλου φιλόδοξους στόχους, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για σταθερά μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα. Κάποιοι ισχυρίζονται, ασφαλώς, πως η λιτότητα είναι το πρόβλημα: Εάν η κυβέρνηση μπορούσε να δαπανά περισσότερα, τα έσοδα θα αυξάνονταν και η ανάπτυξη θα επέστρεφε. Όμως αυτή η άποψη δεν είναι ρεαλιστική: Δεδομένου του χρέους της, η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίξει την ανάπτυξη σε ακόμη μεγαλύτερο δανεισμό. Η υψηλότερη ανάπτυξη μπορεί να επιτευχθεί σε βιώσιμη βάση, μόνο εάν η χώρα εξάγει περισσότερο.

Το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας, συνεπώς, δεν είναι η λιτότητα, αλλά η υποαπόδοση των ελληνικών εξαγωγών.

Από τα πρώτα στάδια εφαρμογής του προγράμματος προσαρμογής ήταν ξεκάθαρο πως η οικονομία μπορούσε να επιστρέψει σε εσωτερική ισορροπία, μόνο εάν η τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή μπορούσε να αντισταθμιστεί από μία αύξηση στις εξαγωγές. Η πρόκληση ήταν δεδομένο πως θα ήταν μεγάλη: Η χώρα ξεκίνησε την εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής με το έλλειμμά της να ανέρχεται κοντά στο 12% του ΑΕΠ. Επομένως, μια βαθιά ύφεση ήταν αναπόφευκτη. Ωστόσο, στην αρχή, η βασική παραδοχή ήταν πως η ανάπτυξη στον εξαγωγικό τομέα θα ξεπερνούσε, σταδιακά, τον αρνητικό αντίκτυπο της λιτότητας. Πράγματι, αυτό συνέβη στις υπόλοιπες περιπτώσεις χωρών σε πρόγραμμα στην Ευρωζώνη και σε δεκάδες προγραμμάτων προσαρμογής που εποπτεύει, επί σειρά δεκαετιών, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).

Δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να προβεί σε υποτίμηση, είναι φυσικό το ότι η Τρόικα επέμενε, από νωρίς, σε σκληρές περικοπές μισθών. Θεωρήθηκε ότι οι εξαγωγές θα ευημερούσαν, καθώς οι μισθοί και οι δαπάνες μειώθηκαν περισσότερο από 20%, σε σχέση με τη Γερμανία (και τις περισσότερες από τις υπόλοιπες ανταγωνίστριες χώρες). Ωστόσο αυτό δεν συνέβη. Οι ελληνικές εξαγωγές συνέχισαν να είναι υποτονικές, μέχρι και σήμερα. Αυτό είναι το πραγματικό ελληνικό μυστήριο. Εάν εξαιρέσουμε τα πετρελαϊκά προϊόντα - που η Ελλάδα δεν παράγει - οι εξαγωγές, σήμερα, δεν είναι πολύ υψηλότερες από ό,τι ήταν το 2007 - 2008. Οι εξαγωγές εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, διατηρούνται αμετάβλητες και οι εξαγωγές υπηρεσιών έχουν υποχωρήσει ελαφρώς, καθώς η ήπια άνοδος στον τουρισμό δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει την ισχυρή πτώση στις ναυτιλιακές υπηρεσίες.
Αυτές οι αδύναμες, στο σύνολό τους, επιδόσεις είναι απογοητευτικές, αφού καθένας θα περίμενε αύξηση τουλάχιστον 20% - 30% στις εξαγωγές, δεδομένου του σημαντικού προβαδίσματος στην ανταγωνιστικότητα. Η Ιρλανδία που συνιστά μια περισσότερο ευέλικτη οικονομία, κατάφερε ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά ανάπτυξης. Και αυτός είναι ο κύριος λόγος που η χώρα έχει, σήμερα, τη μεγαλύτερη ανάπτυξη στην Ευρωζώνη. Αλλά ακόμη και μια χώρα όπως η Πορτογαλία, η οποία έχει παρόμοιο κατά κεφαλήν εισόδημα με την Ελλάδα, μπόρεσε να αυξήσει τις εξαγωγές της κατά 30%, από όταν άρχισε να εφαρμόζει το πρόγραμμα.

Η αύξηση στις εξαγωγές ισοδυναμούσε με περίπου το 8% του ΑΕΠ στην Πορτογαλία και ως εκ τούτου μπορούσε να αντισταθμίσει τον άμεσο αντίκτυπο από τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, καθιστώντας συνεπώς την ύφεση πολύ πιο ρηχή και βραχύβια. Η Πορτογαλία δεν βρίσκεται ακόμη εκτός κινδύνου, αλλά χάρη στις επιδόσεις των εξαγωγών της, η χώρα δεν χρειάζεται πλέον πρόγραμμα και το χρέος έχει σταθεροποιηθεί σε ένα υψηλό, αλλά βιώσιμο επίπεδο. Εάν οι επιδόσεις των ελληνικών εξαγωγών ήταν ίδιες με εκείνες της Πορτογαλίας, η ύφεση θα είχε έλθει στο τέλος της, τα έσοδα θα ήταν 8% με 10% υψηλότερα και παράλληλα με τη συγκράτηση των δαπανών, ο προϋπολογισμός θα ήταν πράγματι πλεονασματικός.
Η σύγκριση με την Πορτογαλία είναι χρήσιμη, επειδή η χώρα βρισκόταν σε φάση στασιμότητας ακόμη και πριν την κρίση και έγινε ευρέως γνωστό ότι είχε άκαμπτη αγορά εργασίας. Η Ελλάδα, αντιθέτως, είχε αναπτυχθεί ραγδαία στα χρόνια της αλματώδους ανάπτυξης, ενώ έκθεση του ΟΟΣΑ σημείωνε ότι η δομή της, με μικρές επιχειρήσεις κατά κύριο λόγο, σήμαινε ότι η οικονομία της θα μπορούσε να είναι ευέλικτη ακόμα και αν οι επίσημοι κανονισμοί ήταν άκαμπτοι. A priori κάποιος θα μπορούσε έτσι να αναμένει ότι η Ελλάδα προσαρμόζεται καλύτερα σε περιόδους κρίσης από ό,τι η Πορτογαλία.
Ωστόσο, η εμπειρία από το 2010 έδειξε ακριβώς το αντίθετο: Στην Πορτογαλία, οι επιχειρηματίες βρήκαν νέες αγορές στο εξωτερικό, όταν η εγχώρια αγορά κατέρρευσε με την εφαρμογή της λιτότητας. Κατά τη διάρκεια των ετών της άνθισης της ανάπτυξης, η μεγαλύτερη αγορά για την Πορτογαλία ήταν η Ισπανία, αλλά αυτή η αγορά αυτή επίσης βυθίστηκε τη στιγμή που η Πορτογαλία χρειαζόταν τις εξαγωγές περισσότερο. Αλλά οι Πορτογάλοι εξαγωγείς βρήκαν νέες αγορές όπως για παράδειγμα την Αγκόλα, που παρουσίασε μεγάλη ανάπτυξη λόγω των υψηλών τιμών του πετρελαίου μέχρι το 2014.
Οι Έλληνες εξαγωγείς είχαν στην πραγματικότητα ευνοϊκότερη θέση εκκίνησης, επειδή είχαν τη Μέση Ανατολή στο "κατώφλι" τους, η οποία ήταν παρουσίαζε μεγάλη ανάπτυξη μέχρι πρόσφατα (και είναι μια πολύ μεγαλύτερη αγορά συγκριτικά με την Αγκόλα). Επιπλέον, οι μισθοί μειώθηκαν πολύ περισσότερο στην Ελλάδα από ό,τι στην Πορτογαλία.
Το μόνο που εξηγεί κάπως γιατί οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν εξήγαγαν περισσότερο στο εξωτερικό θα μπορούσε να είναι ότι δεν έχουν πρόσβαση σε πιστώσεις. Αλλά η έλλειψη πιστώσεων δεν μπορεί να εξηγήσει πλήρως την αδυναμία των ελληνικών εξαγωγών, διότι η Πορτογαλία παρουσίασε επίσης πιστωτική στενότητα, αλλά οι πορτογαλικές τράπεζες ήταν σε θέση να αυξήσουν τις πιστώσεις στις εξαγωγικές εταιρείες, κόβοντας πιστώσεις προς την εγχώρια αγορά. Αυτό προφανώς δεν συνέβη στην Ελλάδα. Η πιστωτική στενότητα θα μπορούσε επίσης να είναι πολύ μεγαλύτερη στην Ελλάδα, διότι η "Εμπλοκή Ιδιωτικού Τομέα" (PSI) του 2012 αποδυνάμωσε θανάσιμα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Το μάθημα από αυτό το συμβάν είναι ότι η χρεοκοπία ενός κράτους δεν έρχεται χωρίς κόστος. Έχει τεράστιες παράπλευρες συνέπειες και καταστρέφει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ωστόσο, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει ανακεφαλαιοποιηθεί γενναιόδωρα περισσότερες από μία φορές. Θα έπρεπε να είναι σε θέση να ενισχύσει τον τομέα των εξαγωγών, συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού, με το ελάχιστο δυνατό κεφάλαιο κίνησης που απαιτείται για μια μέτρια αύξηση των εξαγωγών.
Αυτό που παραμένει μέχρι σήμερα, είναι το μυστήριο των χαμένων ελληνικών εξαγωγών. Εάν δεν λυθεί αυτό το μυστήριο προκειμένου να αρχίσουν να αυξάνονται οι εξαγωγές, η κρίση και οι αντιπαραθέσεις μεταξύ της χώρας και των πιστωτών της, θα μπορούσαν κάλλιστα να συνεχιστούν επ’ αόριστον.
* Ο κ. Daniel Gros είναι Γερμανός οικονομολόγος, διευθυντής του Think Tank Centre for European Policy Studies με έδρα τις Βρυξέλλες.




capital

Αν σας άρεσε το θέμα κάντε ένα "Like" και κοινοποιήστε το στους Φίλους σας...!


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου